Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Στα Κράσπεδα της Αιτωλίας Χώρας






ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ  ΑΝΔΡΕΟΥ

«ΣΤΑ ΚΡΑΣΠΕΔΑ ΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΧΩΡΑΣ»
Ποιητική Σύνθεση
ΣΩΚΡΑΤΗ  ΜΕΛΙΣΣΑΡΑΤΟΥ
       Β΄ Βραβείο Ποίησης 2017 της ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

        Γράφει ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
     Πρώην Πρόεδρος της «ΕΤΑΙΡΙΑΣ  ΕΛΛΗΝΩΝ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ»
        Συγγραφέας-Ποιητής-Κριτικός Λογοτεχνίας  

      Διαβάζοντας κανείς το ποιητικό έργο του Σωκρ.Μελισσαράτου, θεωρώ ότι στο τέλος, εάν αγαπάει τη δικαιοσύνη και στοιχίζεται με την αλήθεια, θα ειπεί με έκδηλη ανακούφιση: «Ο Ηράκλειτος κρούει τη θύρα της ποίησης!» Προεισαγωγικά να σημειώσω ότι ο Σωκράτης Μελισσαράτος είναι πολυγραφότατος λογοτέχνης, επίλεκτο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και της Αιτωλικής Πολιτιστικής Εταιρίας. 

Την τελευταία δεκαετία περισσότερα από δέκα θεμελιακά έργα του έχουν εκδοθεί.
Το έργο του «Στα κράσπεδα της Αιτωλίας χώρας» κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 2014 και σε δεύτερη το 2016. Ο λόγος μας για το έργο αυτό. Η παράδοση λέει ότι ο Ευριπίδης έδωσε το βιβλίο του Ηρακλείτου στον Σωκράτη και, αφού εκείνος το διάβασε, τον ρώτησε για τις εντυπώσεις του. Ο Σωκράτης αποκρίθηκε: «όσα κατενόησα είναι γενναία νοήματα· νομίζω δε ότι γενναία είναι και όσα δεν κατενόησα· αλλά νομίζω ότι έχει ανάγκη προς κατανόηση το βιβλίο Δηλίου κολυμβητού».
Έτσι απαντώ κι εγώ όσον αφορά την ποίηση του Σωκράτη Μελισσαράτου.

      Είναι αυτός ο ποιητής δημιουργός νέου ύφους στην ποίηση, εισάγει δηλαδή την σκέψη του μεγάλου Εφεσίου Φιλοσόφου σ’ αυτήν. Έχουμε να κάνουμε με ύφος αφοριστικό. Με λόγο αποτελούμενο από σειρά σύντομων προτάσεων, οι οποίες είναι αυτοτελείς και παρέχουν πλήρες νόημα. Συγχωνεύονται σε κάθε νοηματική ενότητα περισσότερα του ενός νοήματα. Νοηματικός δυναμισμός, επέλαση ετερογενών συνθέσεων, έτοιμων να διασπασθούν, αλλά και να ενωθούν στην αέναη συμπαντική έκρηξη και πορεία. Υπάρχει στην ποίηση αυτή «πολίντονος αρμονία», αλλά την ανακαλύπτει κανείς μόνον όταν εισχωρήσει στο βάθος. Λόγος λιτός, δωρικός, αφοριστικός, μεστός, προφητικός, υμνικός, μνημειακός, πυραμιδικός, λόγος με κρυμμένη τη γνώση και τη σοφία προσεκτικά, λόγος τέλος ηφαιστειογενής και εν δυνάμει εκρηκτικός, λόγος που σε κάνει να ερευνάς έσω, για να βγεις έξω πιότερο δυνατός. Λόγος που αποκρύπτει άδηλες προσταγές, συμβολικές υποδείξεις, λόγος που «σημαίνει». «Ο Άναξ ου το μαντείον εστίν το εν Δελφοίς ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει», είπε ο σκοτεινός φιλόσοφος.
      Θα έλεγα ότι η ποίηση του Σωκράτη Μελισσαράτου προϋποθέτει ως δεδομένη τη γνώση της μυθολογίας, της ιστορίας και της φιλοσοφίας του αναγνώστη, γιατί αλλιώς, λυπούμαι που το λέω, δεν είναι κατανοητή. Η φύση κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά της, το ίδιο και η ποίηση του Σωκράτη Μελισσαράτου. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Πώς θα κατανοήσει κάποιος τον στίχο της «Ελένης» του Σεφέρη: «Τι είναι θεός, τι μη θεός και τι ανάμεσά τους;», αν δεν διαβάσει την Ελένη του Ευριπίδη, στην οποία βρίσκουμε: «Τι εστίν θεός, τι μη θεός, και τι το μέσον;». Σημείωνε ο Ηράκλειτος: «Αμαθίην γαρ άμεινον κρύπτειν έργον δε εν ανέσει και παρ’ οίνον». (Είναι καλύτερα να κρύπτει κανείς την αμάθειά του, αλλά αυτό είναι δύσκολο, όταν χαλαρώνει και πίνει).
Συμπληρώνω εγώ: και όταν διαβάζει ποίηση Σωκράτη Μελισσαράτου. Δείγμα γραφής της ποίησης Σωκράτη Μελισσαράτου: 

Στην Αρχή των Πραγμάτων 

«Πάντα ήσουν μέσα στην Αρχή 
και πάντα θα ’σαι 
στο Τέλος μέσα των Πραγμάτων! 
Μην απέχεις απ’ τα δρώμενα, 
μην απέχεις της Ζωής. 
Πάντα να βρίσκεσαι στους Ήχους και τα Χρώματα μέσα! 

Σπείρε τους Σπόρους σου στο Κενό ενδιάμεσο 
Δέντρα να γίνουν, να καρπίσουν κι ανθούς να βγάλουν, 
να Αναστηθείς… 
και το νήμα απ’ την Αρχή να πιάσεις! » (σελ. 11)

Στίχοι αληθινής ποίησης, την οποία αγαπώ, σέβομαι και προσκυνώ!

Ποια αξία έχει να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο με ποιήματα για έρωτες, για ανθισμένες αμυγδαλιές, για ραπίσματα του αέρα των νησιών των Κυκλάδων, για ανεκπλήρωτα όνειρα και τόσες άλλες κενοδοξίες; Αξία έχει να διαβάσω τους λίγους στίχους του Σωκράτη Μελισσαράτου και να προβληματιστώ για την Αρχή και το Τέλος των πραγμάτων. « Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος», σημείωσε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. 
      Ο ποιητής Σωκράτης Μελισσαράτος μας λέει, «σημαίνει» μάλλον: 
Είσαι και στην Αρχή, και στο Μέσον και στο Τέλος των πραγμάτων, σε όλες τις εναλλαγές και στις αντιθέσεις είσαι, άρα να ελπίζεις και θα επιτύχεις και στο τέλος θα Αναστηθείς και πάλι και θα ξαναπιάσεις ξανά το δοιάκι του Αγώνα. Είναι στίχοι απότοκοι της φιλοσοφίας του μεγάλου Εφεσίου:
«Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον».
(Εάν κανείς δεν ελπίζει πράγματα, τα οποία υπερβαίνουν κάθε ελπίδα, δεν θα επιτύχει να εύρει κάτι, εφ’ όσον δεν θα υπήρχε έρευνα και δρόμος ο οποίος θα οδηγούσε προς αυτό).
Αρχή, Τέλος και πάλι Αρχή, μας λέει ο Σωκράτης Μελισσαράτος. Όλα αλλάζουν στη στιγμή. 
Είναι αδύνατον να μπούμε δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, ούτε να αγγίξουμε μια θνητή ουσία, η οποία να μένει η αυτή κατά ποιότητα, αλλά λόγω της ορμητικότητος και της ταχύτητος της αλλαγής, διασκορπίζεται και πάλι, συγκεντρώνεται, πλησιάζει και απομακρύνεται, είπε ο Ηράκλειτος. 
«Ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ, ουδέ θνητής ουσίας δις άψεσθαι κατά έξιν την αυτήν, άλλ’ οξύτητι και τάχει μεταβολής σκίδνησι και πάλιν συνάγει και πρόσεισι και άπεισιν». 
Και είναι κάτι και δεν είναι, η Αρχή μπορεί να είναι το Τέλος και το Τέλος η Αρχή. Αμφισβητεί ο Ηράκλειτος και την ουσιαστική πρωτογενή ουσία της Σοφίας και την αρχική οντολογική ενότητα, ακόμη και το όνομα του θεού (χρησιμοποιεί μάλιστα τη γενική Ζηνός, αντί Διός): « εν τό σοφόν μόνον λέγεσθαι ουκ θέλει καί θέλει» (Το ένα, το οποίο είναι η μόνη σοφία, θέλει και δεν θέλει να εκφωνείται με το όνομα του Δία).
      «Σπύρε τους Σπόρους σου στο Κενό ενδιάμεσο» (σελ. 11), (της Αρχής και του Τέλους)…«να Αναστηθείς»… Με τους στίχους αυτούς ο ποιητής Σ. Μ. πολεμάει την αντίληψη της απαισιοδοξίας της ζωής, της αγάπης προς το πεπρωμένο, δηλαδή τον θάνατο, αντίληψη η οποία τον πέμπτο π.Χ. αιώνα είχε διαδοθεί και εμπεδωθεί στην Ιωνία και η οποία επανήλθε με την υπαρξιακή φιλοσοφία του Χάιντεγγερ. Μια Ολλανδή μου διηγήθηκε στο Άμστερνταμ πώς πέθανε ο άνδρας της, ασθενήσας από ανίατη νόσο: Ενώ οι ημέρες του ήταν λίγες, την έστειλε σε ένα ελληνικό μαγαζί, να αγοράσει ένα μπουκάλι ούζο. Έβαλε τη μουσική του Θεοδωράκη για τον Ζορμπά, κρατούσε και το βιβλίο του Καζαντζάκη «Αλέξης Ζορμπάς», έπινε ούζο, χόρευε κι έλεγε στη γυναίκα του: – Να κάψεις το σώμα μου και να ρίξεις την τέφρα στον κήπο, εγώ θα ξαναγεννηθώ, θα γίνω λουλούδι και «θα πιάσω το νήμα απ’ την Αρχή»,(σελ. 11) που λέει ο ποιητής μας Σωκράτης Μελισσαράτος!
      Η πορεία του Ποιητή στη γενέτειρά του, την Αιτωλία γη αρχίζει. Ας παρακολουθήσουμε στιγμές της πορείας αυτής, στιγμές γεφυρώσεως του σήμερα με το χθες που οδηγεί στην πρωτινή γνώση, στο πρώτο προζύμι της παρουσίας μας σ’ αυτή τη Γη.

«…Ο ήλιος ανέβαινε  
κι οι κορφές των λόφων στο κάμα πνιγμένες 
ανέβρυζαν σπαράγγια, θυμάρι, ρίγανη… 
Βυθισμένος στον κόρφο της Αιτωλίας χώρας 
συμφωνία ευωδιαστή χρωμάτων και ήχων 
συνέθετε ατέλειωτη…!». (σελ. 14)

      Είδε ο ποιητής τον φωτοδότη και ζωοδότη ήλιο, της ημέρας εκείνης, γιατί ο ήλιος εκάστης ημέρας είναι νέος. «Ο ήλιος νέος εφ’ ημέρη», λέγει ο Ηράκλειτος. Ο ήλιος, λοιπόν, που χωρίς αυτόν θα ήταν νύχτα χωρίς ζωή (Ει μη ήλιος ην ένεκα των άλλων άστρων ευρόνη αν ην), ο ήλιος ο φύλακας και επόπτης της κυκλικής κίνησης του σύμπαντος, ο δημιουργός των εποχών του έτους, οι οποίες παράγουν τα πάντα 
« Ώρας αι πάντα φέρουσιν», «Τα σπαράγγια, το θυμάρι, τη ρίγανη», που λέει ο ποιητής μας. Ο ποιητής μας, ο οποίος μπορεί να σεμνύνεται ότι στην Αιτωλία χώρα ανεζήτησε τον εαυτόν του.
« Εδιζήσατο εμαυτόν » και είδε, δεν άκουσες πράγματα « φθαλμοί γάρ των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες» σημείωσε ο Εφέσιος. Σίγουρα ο Σωκράτης Μελισσαράτος ατενίζοντας τον ήλιο πάνω απ’ την ιερή Αιτωλία χώρα, θα τραγούδησε το πνευματικό εμβατήριο του Άγγελου Σικελιανού «Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος» και τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη «Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή», ίσως και τους στίχους του Σεφέρη για τα «Αγκάθια του ήλιου». Και ο ποιητής μας λέει:

«Ένιωσα της φυλής την αύρα από χρόνους 
πανάρχαιους
κι άκουσα άσματα αοιδών και ραψωδών μιας άλλης εποχής,
ν’ αγκαλιάζονται με τις μελωδίες
της Παραχελωίτιδας Γης…». (σελ. 15) 


   Στη δειλινή μάλλον αυτή πορεία του ο ποιητής αντίκρισε οιονεί μισογκρεμισμένους κι ερημωμένους ναούς, που δεν κατοικούσαν θεοί πια εκεί, αλλά στέκονταν όρθιοι να θυμίζουν την ενότητα της φυλής μας, να γεφυρώνουν το μακρινό χθες με το χαρούμενο σήμερα, με τις μελωδίες της Παραχελωίτιδας Γης. Κάπου εκεί και τα δένδρα της αιώνιας αμφισβήτησης, ξηραμένα απ’ τις αιμάτινες αστραπές.

«…Εδώ η ευωδιά του αγριολούλουδου 
βυθίζεται στων πραγμάτων τα βάθη, τα ύψη… 
κι ο Ήλιος ακτινοβόλος, αλάθητος, 
ορίζει το πεπρωμένο τους!…».   (σελ. 17)

Τ’ αγριολούλουδο συμβολίζει την καθαρότητα της φύσης και την αγριότητα της ταπεινής και ήμερης ισόρροπης ομορφιάς.Ο Διονύσιος Σολωμός, όταν ήταν δεκαετής, περπατούσε στο δάσος με τα αγριολούλουδα με έναν συνομήλικό του, τον οποίο και ρώτησε τι νιώθει. Τίποτε ήταν η απάντηση του άλλου παιδιού. Ο μικρός Διονύσιος του είπε ότι νιώθει τη λαχτάρα όλης της ζωής κι έκοψε την παρέα με τον φίλο του, που λίγα ένιωθε.

«Φιλομειδής Αφροδίτη, 
η Παραχελωίτιδα χώρα 
αποπλανά το πνεύμα και το βλέμμα 
καθώς ο άνεμος ξεδιπλώνει του χρόνου 
τις πτυχές…».     (σελ. 19) 

Η ομορφιά, η δύναμη και η εξουσία του ποταμού Αχελώου, τον οποίο οι αρχαίοι θεοποίησαν, ανεμοδέρνουν τον χρόνο και κατασχίζουν τις πτυχές του. Οι Νύμφες ταξιδεύουν από τον Ελικώνα στην Παραχελωίτιδα χώρα για πιότερη δροσιά και πιο δυνατές ηλιαχτίδες, η Αφροδίτη μπορεί ν’ αφήνει για λίγο τον Ενιππέα και παρέα με τον Έρωτα ή τον Ίμερο να λούεται στον θεοπόταμο Αχελώο. Κρυμμένη κάπου σκιερά μπορεί να τους παρακολουθεί η Διηάνειρα ή η μικρή Ιόλη.

Οι Παλμοί του Κόσμου

«Είμαστε εμείς 
που στο μέρος της καρδιάς μας 
χτυπούν οι παλμοί του κόσμου. 
Ανάμεσά τους η θάλασσα, ο ήλιος! 
Απάγκιο μας μες στις ρωγμές του χρόνου, 
ένας Όμηρος θεός 
και μάρμαρα απ’ του Φειδία τη σμίλη! 
Αντάμωμα Κοσμικό 
με των καμπαναριών τους Ήχους…! 

Αγλάισμα ψυχής το Φως 
των δύο Κόσμων! 
Ιθάκη Πνεύματος υπερκόσμια 
Ιδεών ήχων και χρωμάτων 
μες στην ψυχή τ’ ανθρώπου! 
Λιμάνι που καθαγίασε ο νους του Έλλογου όντος!». (σελ. 21)

      Και η πορεία του ποιητή στην Αιτωλία χώρα συνεχίζεται. Αφουγκράζεται τώρα την καρδιά του Ανθρώπου και συλλαμβάνει τους Παλμούς του Κόσμου. Αναρωτιέται εάν στ’ αλήθεια δεν είναι ο Όμηρος θεός, αν δεν είναι θεϊκά τα μάρμαρα της Πεντέλης που σμίλεψε ο Φειδίας, αν δεν είναι θεϊκό το Αντάμωμα του πρωτινού με τους Ήχους των καμπαναριών. Στην ουσία απαντάει ο ποιητής ότι οι δύο Κόσμοι «γεγόνασι» ένας! Το Έλλογον Ον, που διύλισε τα πάντα και τα ισορρόπησε με πυξίδα το καλό, το ωραίο και το εύψυχο.
Νιώθει ο ποιητής τους Παλμούς της Αιτωλίας και τους μυκηθμούς των ανέμων. Νιώθει την συνέχεια και την ενότητα των Όντων από την πρωτινή μορφή τους έως τη σημερινή τους. Ναι, όλα υπάρχουν! Και αυτά που έγιναν και αυτά που γίνονται. Και αύριο θα προστεθούν και αυτά που θα γίνουν.
Η ενότητα και ο διαφορισμός των όντων βαδίζουν εκ παραλλήλου. Εάν κάποτε η ενοποίηση των όντων θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή δια μιας μόνον αισθήσεως, αυτή θα ήταν η όσφρηση, η οποία θα ξεχώριζε τις διαφορές. Λέει ο Ηράκλειτος, «Ει πάντα τα όντα καπνός γένοιτο, ρίνες α διαγνοίεν».
Φαίνεται ότι θρύλοι πανάρχαιοι, λαϊκές δοξασίες και παραδόσεις, πρόσωπα ιστορικά, αλλά και λαϊκά, περνοδιαβαίνουν μπροστά από τον ποιητή μας, μορφές σοβαρές, βιβλικές και αμίλητες σε ατέλειωτες σειρές και συστοιχίες. Ύστερα τρεμοσβήνουν και ξαναχάνονται. Ανεμοκύκλωσαν την ψυχή του ποιητή και τον βοήθησαν να συνταιριάσει και ν’ αποδώσει σκέψεις, αντιλήψεις, ιστορίες και μύθους. Στέκεται ο ποιητής μας Σωκράτης Μελισσαράτος με σεβασμό, σοβαρότητα και ευγένεια μπροστά στην Ιστορία και στη Μυθολογία. Το κάνει αυτό γιατί ξέρει ότι, αν τις αγνοήσουμε, θα μας σύρουν στην αποτυχία και στη δίκαιη τιμωρία Ναϊάδες, Νύμφες, Δρυάδες και παραφρονημένα φαντάσματα του ιστορικού παρελθόντος.

«…Το φεγγαρόφωτο γλιστρούσε στ’ αλλόκοσμα 
κι αγνάντευε στην αιωνιότητα μορφές Ηρώων και Θεών…». (σελ. 26) 

      Πώς να λησμονηθεί η Δηιάνειρα απ’ την Καλυδώνα, που πήρε γυναίκα του ο ισόθεος Ηρακλής κι η ζήλεια της, που έφερε το μοιραίο τέλος; Πώς να αγνοηθεί εκείνος ο Θερσίτης, ο παρεξηγημένος Αιτωλός απ’ την Καλυδώνα, ο γιος του Αγρία κι αδελφός του Οινέα. Στάση, λένε ότι έκανε και εξέγερση στη συνέλευση των Δαναών και αμφισβήτησε την εξουσία των βασιλέων. Ως και του Αγαμέμνονα τις πομπές έκανε γνωστές στους λαϊκούς πολεμιστές και του Οδυσσέα τις πονηρές αποφάσεις. Τον ακολούθησαν και άλλοι πολλοί μα τους κατάφεραν με πλούσια δώρα και όμορφες πρωτόβγαλτες εταίρες. Τον είπαν άσχημο, κακόγνωμο, αθυρόστομο και φιλοκατήγορο. Τάραξε τους βασιλιάδες με τις ιδέες του! Ζήτησε να περάσει η εξουσία στους πολεμιστές, αυτοί ν’ αποφασίζουν
γι’ αυτούς. Γι’ αυτό τον κτύπησε ο Οδυσσέας με το στέμμα... 

«…Ένα λαχανιασμένο αγέρι 
έφερνε τραγωδίες κι έπαιζε κρυφά, στης Πλευρώνας 
και στης πετρήεσσας Καλυδώνας τ’ αρχαία θέατρα 
του Μελέαγρου κατορθώματα, έρωτες… 
και της Μοίρας του το κρυμμένο μυστικό!…». (σελ. 27) 

      Είπαμε, δεν χάνεται τίποτε. Ο κόσμος μας κατά τον Εφέσιο, δεν είναι έργο ούτε θεών, ούτε ανθρώπων, αλλά υπήρχε πάντοτε, υπάρχει και θα υπάρχει. «Κόσμον, τόνδε, τόν αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, άλλ’ ην αεί και έστιν και έσται». Στον κόσμο αυτόν έχουν οπωσδήποτε θέση οι δύο πόλεις της Αιτωλίας, η Καλυδώνα και η Πλευρώνα. Ο ποιητής μας, με την πυκνή και εν πολλοίς αμφίσημη σκέψη, ο Ηράκλειτος στη Χώρα της Ποίησης, με λίγες λέξεις ξεπερνά το πυργωμένο αυτό θέμα του Μελέαγρου. Λέει 

«…και της Μοίρας του το κρυμμένο μυστικό!…». (σελ. 27)

« Ο μύθος λέει ότι τις πρώτες ώρες που γεννήθηκε ο Μελέαγρος οι Μοίρες αποφάσισαν να πεθάνει όταν καεί το δαυλί που ήταν στο τζάκι. Η μάνα του, όμως, το άκουσε, έσβησε το δαυλί και έζησε. «Και πού να ’κρυβε η δόλια η μάνα του / το μισοκαμένο δαυλί των πρώτων ωρών της ζωής του; / Στο σπίτι; Μπορεί στο τζάκι να ’φθανε, στην πυρά. / Στο χώμα; Μπορεί με τον καιρό να σάπιζε. / Στο δάσος; Κι από εκεί κάποιος ίσως το “περιμάζευε” / για όποια χρήση. /Και ως διαισθάνθηκε τη θανή της / αποκάλυψε το μεγάλο μυστικό στη γυναίκα του. / Όμως αυτή δεν ήταν Άλκηστη, / κι έτσι ο Μελέαγρος δεν είχε την τύχη του Άδμητου. / Η ζήλεια της για τον γενναίο άνδρα της / κι ο κακότροπος χαρακτήρας της / έρριξαν στην πυρά το μισοκαμένο δαυλί των Μοιρών / κι ο Μελέαγρος πέθανε...». Έτσι έγραψε ένας άλλος 'Ελληνας ποιητής για του Μελέαγρου το δαυλί.Είπαμε στην αρχή για τη δύναμη του Λόγου του ποιητή, τις ιδιότητες και τον χαρακτήρα του. Τώρα εμφανίζεται σκληρός και τιμωρητικός: 

Η Διαφάνεια των Καιρών 

«Ποτέ… μα ποτέ δε σκέφτηκες γιατί γεννήθηκες.. 
Ούτε μια μέρα... Ούτε σε μιας μέρας το γέρμα, 
την ώρα που η ψυχή γέρνει στου σεληνόφωτος το χρώμα; 
Ποτέ δεν πόνεσες, δε σε πόνεσαν, δε σ’ έθαψαν 
και ποτέ δεν Αναστήθηκες! 
Ούτε οι Κραυγές των Καιρών ποτέ δεν σ’ άγγιξαν… 
Ούτε σε πλήγωσαν; 
Τη διαφάνεια των Καιρών ποτέ δεν την ξεφύλλισες 
και το ποτάμι του κόσμου ποτέ 
δεν το περπάτησες αντίθετα…! 
Ούτε στων Καταιγίδων το φύσημα…, ποτέ δεν πρόταξες 
τα στήθη σου! 

Ε…! Τότε μην διαμαρτύρεσαι, που δεν σου δόθηκε 
Μερτικό! 
Μην απορείς, γιατί απόμεινες σκλάβος!». (σελ. 31) 

      Εδώ έχουμε πιο καθαρή, πιο δυνατή την επήρεια της Ηρακλείτειας Σκέψης. Αν βαδίσεις ανάποδα τον ποταμό θα φθάσεις στην πηγή. Και εάν αυτό το επιχειρήσεις στη γνώση, θα φθάσεις στην πρωτινή γνώση και θα τακτοποιήσεις το χάος του Σύμπαντος. Αυτό πρέπει να κάνει κάθε έλλογος άνθρωπος. Όποιος έτσι δεν έπραξε, δεν πρέπει να παραπονείται που έμεινε σκλάβος. Και εδώ ο ποιητής μας ναι μεν ραπίζει και ριπίζει, απαξιώνει και ευτελίζει, αλλά δεν ζητάει και τον θάνατο για τα τοιαύτα λάθη τ’ ανθρώπου. Ο πρόγονός του, όμως, Ηράκλειτος ήταν πιο σκληρός: «Άξιον Εφεσίοις ηβηδόν ανάγξασθαι πάσι» (Αξίζει στους Εφεσίους, όλοι όσοι είναι ενήλικοι να κρεμαστούν…). Μας μιλάει ακολούθως ο ποιητής Σωκράτης Μελισσαράτος για τον Πατροκοσμά, τον Αιτωλό, τον Μεγάλο Διδάχο και Διαφωτιστή, που φλόγισε τις ψυχές των σκλάβων, τόσο όσο χρειαζόταν τον Ιερατείο και το ψυχρό Κράτος να τον αγνοήσουν 200 χρόνια ή μάλλον να τον ονειδίσουν. Και ο ποιητής μας είναι έτοιμος να εισέλθει στην Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου. Υπάρχει ανθρώπινη γραφίδα να αποτυπώσει το μεγαλείο του Ανθρώπου σ’ αυτή την πόλη; Τον ηρωισμό, την αντίσταση, την πείνα, την Έξοδο; Πώς θα ξαναγραφούν στίχοι ανάλογοι κι ισάξιοι των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Διονυσίου Σολωμού; «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει / λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει. /τα μάτια η πείνα μαύρισε, στα μάτια η μάνα μνέει· / Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει. /Έρμο τουφέκι σκοτεινό τι σ’ έχω εγώ στο χέρι; / που ’συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

Μεσολόγγι!

      Είναι η λέξη την οποία εκστομίζει η Ελλάδα με υπερηφάνεια και ισότητα προς τις σκιές των προπατόρων και θα εκστομίζει προς τις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων, αλλά και όλων των λαών της γης, όσο ανατέλλει ο ήλιος και όσο υπάρχει ιστορία. Εκεί, στη μάνδρα εκείνη, εν μέσω των ηλιοκαών μαχητών, πίσω από τους προμαχώνες, γεννήθηκε και προστέθηκε νέα εύκλεια. Εκεί, η μαχόμενη Ελλάδα συνήψε αρραβώνα με την ενθουσιώδη Ευρώπη, εκεί, όπου ο εθνικός αγώνας ήρθη στο ύπατο σημείο μεγαλουργίας και υψώθη όσον υψώθησαν τα συντρίμμια της πόλεως.
Η αντίσταση του Μεσολογγίου υπήρξε το προπύργιο της Ελλάδας. Και αφού έπεσε, αν πτώση λέγεται ο όλεθρος της πόλης και των κατοίκων, έγινε ατέρμων ικεσία ενώπιον των δυνατών της γης και έκλινε την πλάστιγγα υπέρ της Ελλάδας. Ο Λουδοβίκος έψαλε και πάλι τον πένθιμο ύμνο και ο Κάρολος Ι' εσπόγγισε πικρά δάκρυα ενώπιον των κλικών του και ίσως εκείνη τη στιγμή να εγεννάτο η Ελλάδα κατά διάνοιαν. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος του Κόσμου είναι Δημότης του Μεσολογγίου. Όπου η θυσία καθαγιάζει την παρουσία μας στη ζωή, εκεί, πανάχραντο και ιερό, σαλεύει το Μεσολόγγι. Όπου η Αρετή υψώνεται, εγκαλώπισμα και δικαίωση της εποποιίας των ανθρώπων, εκεί υπάρχει το Μεσολόγγι. Όπου η παιδεία θεμελιώνει το ελεύθερο φρόνημα των πολιτών, εκεί απλώνεται, βάθρο και κρηπίδωμα, το Μεσολόγγι. Όπου απροσμέτρητη η Αγάπη πλάθει τις μήτρες της Ιστορίας, εκεί παραστέκει το Μεσολόγγι. Όπου ο άνθρωπος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του Θεού, εκεί ορθώνει το ανάστημά του το Μεσολόγγι. Όπου οι Λαοί αναζητούν την πορεία του Μέλλοντος, από γενιά σε γενιά, με ακατάλυτο προγονικό δεσμό, εκεί προπορεύεται το Μεσολόγγι.
      Το Μεσολόγγι είναι για όλους τους λαούς της γης πράξη ελευθερίας και κανόνας αρετής: «Άνδρες Πόλις, ου τείχη, ου νήες ανδρών κεναί», έλεγαν οι ευκλεείς πρόγονοί μας. 
Το 1929 όλοι οι βουλευτές της Αιτωλοακαρνανίας επισκέφθηκαν τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και του υπέβαλαν κοινό αίτημα μεταφοράς της έδρας του Νομού από το Μεσολόγγι στο πολυπληθές Αγρίνιο. Αφού τους άκουσε ο Βενιζέλος τους είπε: «Κύριοι, απέλθετε του γραφείου μου! Όσον εις το Μεσολόγγιον καπνίζει μία έστω καλύβη, θα είναι η πρωτεύουσα του Νομού».
Μια μεγάλη στάση στη διαδρομή του κάνει ο ποιητής στον Πανέλληνα Κωστή Παλαμά, τ’ άξιο τέκνο της Αιτωλίας.

«…Η πατρίδα ήταν μέσα του…
Η ποίησή του ο λόγος της!
Αυτός ο Λόγος που άκουγε, έπλαθε και ποιούσε…
ιδέες, αρχές, αξίες! 
Κι έστησε θρόνο πάνω στην ολύμπια φωταύγεια
του πνεύματός του!» (σελ. 49) 

      Ο Πανέλληνας και Πανανθρώπινος ποιητής Κωστής Παλαμάς ήταν η ίδια η φωνή της πατρίδας, ορθά το λέει ο ποιητής. Άγγιξε (και αγγίζει) κάθε ελληνική ψυχή. Σε τέτοιο βαθμό, που μέσα από τις φυλακές της Κέρκυρας το 1937 και κάτω από αντίξοες συνθήκες ένας ταξικός του αντίπαλος, ο Νίκος Ζαχαριάδης να γράψει την πολύ σημαντική μελέτη του «Ο αληθινός Παλαμάς».
      Το βιβλίο αυτό του ποιητή Σωκράτη Μελισσαράτου με εντυπωσίασε και η βιβλιοκριτική μου σίγουρα είναι ελάττων της αξίας του. Αφού έχουμε δεχθεί ότι ο Εφέσιος Ηράκλειτος κρούει την θύρα της ποίησης, ας κλείσουμε το σημείωμα πάλι με ένα δικό του απόφθεγμα:

«Εις εμοί μύριοι, εάν άριστος η», δηλαδή ο ένας άνθρωπος για εμένα ισοδυναμεί με μύριους (10 χιλιάδες), αν είναι άριστος. 

Και ο Σωκράτης Μελισσαράτος είναι άριστος! 

Επιτέλους, « εγεννήθη ημίν ποιητής ».                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            Αθήνα, 18 Ιουλίου 2017
Αυγερινός Ανδρέου

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Ο Ποιητής Γιάννης Νικάνθης (1934 - 2002)










* Ομιλία της Δρ. ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ  ΣΠΥΡΕΛΗ
Στο Τρικούπειο Μεσολογγίου
27 Αυγούστου 2010

 Ο Ποιητής ΓΙΑΝΝΗΣ  ΚΟΥΦΟΣ (Νικάνθης)
 (1934 - 2002)

Τη συγκεντρωτική έκδοση ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1954-2002), Αθήνα 2010, εξέδωσε η Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία τιμώντας τον ποιητή Γιάννη Κουφό, ο οποίος διετέλεσε πρώτος αντιπρόεδρός της (με πρόεδρο τον Παναγιώτη Κοντό) αλλά και εμπνευστής της ίδρυσής της. Πολυτάλαντος ο Γιάννης Κουφός, από το Νεοχώρι Παραχελωΐτιδας, πήρε τα πνευματικά του εφόδια από το Γυμνάσιο Αιτωλικού, την Παλαμαϊκή Σχολή Μεσολογγίου, τη Νομική Σχολή Αθηνών και Θεσσαλονίκης, για να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά στο δημοσιογραφικό και εκδοτικό χώρο, ως συντάκτης, κειμενογράφος, σύμβουλος εκδόσεωνκαι εκδότης.[i]

Όμως στα μεγάλα ερωτήματα του κόσμου και των εποχών όπως και στα βασανιστικά ερωτηματικά των εσωτερικών του διαδρομών, ο δημοσιογράφος και εκδότης Γιάννης Κουφός, βρίσκει τα μυστικά δρομάκια της Ποίησης για να διαφύγει λυτρωμένος και να εκφράσει το κοινό αίσθημα των νέων της εποχής του αλλά και να εξωτερικεύσει ο ίδιος την «τραυματισμένη του τρυφερότητα» φορώντας μια νέα περσόνα με το θετικά φορτισμένο ψευδώνυμο Γιάννης Νικάνθης.
Η πρώτη δημοσιοποίηση του ποιητικού του λόγουΓΥΜΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ πραγματοποιείται το 1955, στα μέσα της μετεμφυλιακής δεκαετίας που συμπίπτει με τα είκοσι μόλις χρόνια του. Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους χρονικούς προσδιορισμούς, μπορεί να εκτιμηθεί καλύτερα η ποιητική φωνή του.

Η αίσθηση της χαμένης εφηβείας, η διάψευση των οραμάτων, οι εφιαλτικές εμπειρίες του πολέμου, το ασφυκτικό πλαίσιο της κοινωνικής πραγματικότητας, είναι τα βασικά μοτίβα του νεαρού ποιητή καθώς δοκιμάζει τα ρυθμικά του βήματα, παραδοσιακά ή νεοτερικά, σε δρόμους αδιέξοδους «που χάνονται στη νύχτα κουρασμένοι». Δρόμοι γυμνοί από όνειρα, οράματα που χάθηκαν στη δίνη της εποχής, καθιστούν αδύνατη τη φυγή και προσδιορίζουν τις κρυφές ομολογίες και την περιπέτεια μιας εύθραυστης γενιάς που προσπαθεί να ορίσει τα όρια της ύπαρξής της. Ο ποιητής Γιάννης Νικάνθης υψώνει δραματικά τη φωνή του σ’ αυτό το περισφιγμένο τοπίο: «Έξω η γη μας δέρνεται στη μπόρα και τ’ αγιάζι» (σελ. 51) και σ’ αυτό το σκηνικό εντάσσει και το δράμα της γενιάς του: 

«Είκοσι χειμώνες / σκούζουν στον έρημο δρόμο / είκοσι χειμώνες / τραγουδούν με σουρντίνα στη στέγη» (σελ. 46). 

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτή την ποιητική γενιά η οποία «αυτο-υπονομεύεται» με την ηττοπάθειά της αλλά πάντα έχει κυρίαρχο συστατικό της την αίσθηση της συλλογικότητάς της. Αυτό το στοιχείο είναι φανερό και στους ΓΥΜΝΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ και μάλιστα εντυπωσιακά επεκτείνεται από το εθνικό στο παγκόσμιο. Δεν εννοώ μόνον το ποίημα «Ελεγεία Λευτεριάς» (σελ. 54), αφιερωμένο στη Μνήμη Μιχάλη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου, «πρωτομάρτυρες» του Κυπριακού Αγώνα. Αναφέρομαι κυρίως στο «Τραγούδι της Μέι-Λίγκ» (σελ. 35-37) που «έγινε είκοσι χρονών» και στην πατρίδα της, τη μακρινή Ινδοκίνα, «τα παιδιά δε χαμογελούν παρά με τα μάτια [...] κι έχουν τα χείλη σφιγμένα / σφιγμένη την καρδιά, τα χέρια ανοιχτά και μετέωρα». Η ικανότητα του ποιητή να συλλαμβάνει καθολικά ποιητικά τοπία και να υψώνει σύμβολα που αφορούν την ανθρώπινη μοίρα είναι ένα από τα προσόντα του Γιάννη Νικάνθη.

Η επόμενη ποιητική συλλογή ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ (1977) αποτελεί την συγκομιδή των ετών που ακολούθησαν (1956-1976). Εντούτοις ευδιάκριτο είναι πάλι το άλγος της μνήμης που παίδεψε τη νιότη του, με τη διαφορά πως διαφαίνεται επιτέλους ένας ορίζοντας Ονείρων σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο: «Ονειρεύομαι ένα σπίτι για να στεγάσω / τα όνειρα που κούρνιαζαν στα μάτια σου» (σελ. 58). «Ζητάμε ένα κομμάτι ουρανό γι’ αυτούς που δε μας ξεχάσαν» (σελ. 62).

Ο ποιητής αφουγκράζεται την ιδεολογική και κοινωνική αγωνία των καιρών και επιστρατεύει τους στίχους του, οι οποίοι σε αρκετά ποιήματα μοιάζουν να εξεγείρονται και να διαδηλώνουν αιτήματα για ελευθερία και δικαιοσύνη: 

                                     «Οι καιροί βροντούν τις πόρτες μας
                                      Οι καιροί λεηλατούν τους ουρανούς
                                      Οι δρόμοι γέμισαν φλέβες που καίνε
                                      Τραγούδια σημαίες και διψασμένα νιάτα
                                      οι πλατείες φορτώθηκαν Άνοιξη
                                      οι μπάντες σφυροκοπούν εμβατήρια.
                                      Εμπρός! Να γκρεμίσουμε τη Νύχτα
                                      Εμπρός! Να φιλήσουμε τον ήλιο» (σελ. 71)

Ωστόσο εκτός από το κοινωνικό-πολιτικό σκηνικό, παραδίπλα στήνονται και σκόρπιες μοναχικές λυρικές εικόνες ερωτικής προσμονής ή βαθιάς τρυφερότητας, ντυμένες με το νεοσυμβολιστικό τους ένδυμα και τον απαλό ρυθμό ενός ερωτικού τραγουδιού: «Σε καρτερώ κρατώ στα χέρια / τη ματωμένη μου ψυχή. / Είσαι για μένα η πλάση ακέρια / μάνα γυναίκα κι αδελφή» (σελ. 64). Προσθέτω και δεύτερο δείγμα από την «Προσμονή» [«Σαν κάτι πάντα να προσμένω / σαν κάτι τι να καρτερώ» / κάτι γνωστό ή κάτι ξένο / εκεί στη θύρα λαχταρώ» (σελ. 76)], για να επισημανθεί και το θέμα των επιρροών που άσκησαν οι συμβολιστές ποιητές στη β’ μεταπολεμική γενιά, κάτι που εντοπίζει η καθηγήτρια Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού: «Η στάση ζωής που φανερώνει αυτό το ποίημα, συνδέει τον Γιάννη Κουφό με την παράδοση των Ελλήνων συμβολιστών όπως είναι ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Κων/νος Χατζόπουλος, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Τέλλος Άγρας και βέβαια ο αγαπημένος του Μίνως Ζώτος»[ii].

Στις ΔΙΟΣΗΜΙΕΣ (1997) η ποιητική γραφή του Γιάννη Νικάνθη δυναμώνει και στερεοποιείται για να πάρει πλέον τη θέση της στο ποιητικό γίγνεσθαι σύμφωνα με τις απαιτήσεις των νεώτερων τάσεων. Πιο κρυπτικός σε ορισμένα ποιήματά του, πιο υπαρξιακός σε άλλα με φιλοσοφικές προεκτάσεις και σουρεαλιστικές εγκοπές, αλλά πάντα μένει ο ίδιος όταν βουτάει την πένα του στο μελάνι της ιστορίας. Τότε γράφει ως ένας από τους ανεμοδαρμένους της γενιάς του αλλά και ως Ποιητής που σηκώνει το βάρος του Χρέους του απέναντι στους Επίγονους.

Επιλέγω δύο αντίστοιχα ποιήματα.

Το πρώτο «Χωρίς Εφηβεία» συντονίζεται με τον ελεγειακό τόνο των ματαιωμένων Ονείρων που απαντάται κατά κόρον στους ποιητές της «Γενιάς των αποήχων», όπως την ονόμασε ο Βαγγέλης Κάσσος[iii]

                            Χωρίς εφηβεία

                           «Γενιά που φύτρωσες
                             στα σκοτεινά λαγούμια της Κατοχής
                             Γενιά που άνθισες
                             στην καταχνιά και στην αντάρα του Εμφύλιου,
                             μην ψάχνεις μάταια να βρεις την εφηβεία σου.
                             Την πήρανε οι άνεμοι του χαλασμού κ’ η άβυσσος
                             τη ρούφηξαν η παγωνιά η νύχτα κ’ η ομίχλη
                             και πως να βρεις μιαν εφηβεία που δεν έζησες…» (σελ. 89).

Το δεύτερο «Λογοδοσία» μοιάζει να κρατιέται απ’ τον Παλαμά («Χρωστάμε σ’ όσους πέρασαν/ θα ρθούν και θα περάσουν/ κριτές θα μας δικάσουν /οι αγέννητοι οι νεκροί.») αλλά ξεπηδάει και από τον ψυχισμό της γενιάς του 60, που αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί στους επιγόνους.

                                Λογοδοσία

                               «Να δεις πως θα ’ρθουν οι Επίγονοι
                                 κριτές και δικαστές και θα ζητήσουν
                                 λογοδοσία, γιατί και πού και πώς
                                 τον δαπανήσαμε τον δάνειο καιρό.[...]
                                  
                                 Πώς να τους πούμε πως δεν έφτασε
                                 κ’ ήτανε λίγος ο καιρός που μας εδόθη;» (σελ. 95)

Αυτά μόνο, ως ελάχιστο αντίδωρο για τη συγκεντρωμένη ποίηση που μας εδόθη στο δικό μας δάνειο καιρό, και την οφείλουμε στο συγγραφέα αλλά και ευαίσθητο ποιητής ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΥΤΣΑ που έσκυψε με ιερό δέος στο σκόρπιο ποιητικό σώμα, του σχεδόν συνομηλίκου και συνονόματου Γιάννη Κουφού, το περιμάζεψε, το φρόντισε, με εκτενή ανάλυση, κριτικές ,εισαγωγικά σημειώματα, φωτογραφικό υλικό και το παρέδωσε τετιμημένο στην νεοελληνική Ποίηση για να διαβάζεται συνεκτιμώμενο και να δικαιώνεται και στο μέλλον ο άξιος , ο σεμνός, ΠΟΙΗΤΗΣ Γιάννης του Νίκου και της Ανθής ( Νικάνθης)[iv].

Χρυσούλα Σπυρέλη

.............................................................................................................................................................
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα του Αγρινίου στο Διαδίκτυο "Η Νέα Εποχή". Αναρτ. από την εφημερίδα στο Διαδίκτυο,  Παρασκευή 02 Σεπτεμβρίου 2011.

*Ομιλία της Δρ. Χρυσούλας Σπυρέλη, στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης, Γιάννης Κουφός, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1954-2002), έκδοση Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία, Αθήνα 2010, στο Τρικούπειο Μεσολογγίου , 27 Αυγούστου 2010. Άλλοι ομιλητές: Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού. καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών και Πέτρος Μπερερής. Διοργανωτής η Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Ένα σκίτσο του έρωτα







Aleksander Nawrocki   (Αλεξάντερ Ναυρότσκι)
Ποιητής, Μεταφραστής, Μυθιστοριογράφος. 

Γεννήθηκε στη Mazowszu (Μαζοβία), περιοχή της Κεντρικής Πολωνίας. Ζει στη Βαρσοβία . Είναι φιλόλογος και λαογράφος, απόφοιτος του Παν/μίου της Βαρσοβίας. Από το 1998 εκδότης του περιοδικού "POEZIA dzisiaj",  (Η Ποίηση σήμερα). Από το 2000 οργανωτής της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης υπό την αιγίδα της UNESCO. Παρατίθεται το ποίημά του με τίτλο "Ένα σκίτσο του έρωτα" "Szkic do miłosci"  σε Μετάφραση Paweł Krupka  (Πάβεου Κρούπκα).

Ο έρωτας - λευκό πουλί στον παντέρημο ουρανό -
Η θάλασσα τον επιθυμεί στη στρογγυλή αγκαλιά της.

Ο έρωτας - άνδρας ανάμεσα στα λόγια της ακτής
βαθαίνει την ενότητα. Ένα άνοιγμα της θαλάσσης

Είναι ο χρόνος του έρωτα. Σε χρυσά ανατολίτικα 
                                                                  φορεία
κουβαλιέται μέσα από τη λάσπη μέχρι το στερνό αστέρι,

και όταν με την πτήση του ανεμοκυματίζει
τα μάτια του είναι καθάρια σαν παλαιά νομίσματα.  (σελ. 7)

Aleksander Nawrocki   (Αλεξάντερ Ναυρότσκι)
                                      *
 Μετάφραση Paweł Krupka (Πάβεου Κρούπκα)
................................................................................................................................
Από την Ανθολογία,  Mosty:  Warszawa - Ateny      -         Γέφυρες:  Αθήνα - Βαρσοβία                                                     Poeci  polscy - Poeci  greccy     -  Έλληνες ποιητές  -  Πολωνοί ποιητές

                                       Εκδόσεις Wydawnictwo Ksiazkowe IBIS,  Warszawa  2016. 

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Αυτή η γυναίκα







MANUEL  MUNOZ  HIDALGO
Manuel Muñoz Hidalgo

Ο Manuel Muñoz Hidalgo (Μανουέλ Μουνιόθ Ιδάλγο), είναι Ισπανός. Έχει συμμετάσχει σε διάφορα ποιητικά σεμινάρια στην Ελλάδα. Είναι κυρίως δραματουργός, πολυβραβευμένος στην Ισπανία, μα είναι επίσης και εκλεκτός ποιητής.
Ακολουθούν δύο ποιήματά του, σε Μετάφραση Paweł Krupka (Πάβεου Κρούπκα).

Αυτή η γυναίκα


Αυτή η χωριανή γυναίκα, ηλικιωμένη,
με τα μάτια ηττημένα, κουρασμένα,
που έχουν δουλέψει τα χέρια της μια ζωή,
που έχουν πλάσει το ψωμί έστω και με το κλάμα,
που έχουν μετατρέψει τον κόπο σε χάδι,
που έχουν κουνήσει την κούνια των ονείρων,
που έχουν τυλίξει όταν έκανε κρύο,
είναι τα ίδια που τώρα δύσμορφα
από τον αχάριστο και σκληρό χειμώνα
άναψαν σόμπες χαράς.

Αυτή η γυναίκα τόσο μεγάλη και τόσο απλή,
που ποτέ δεν είπε ένα παράπονο για την μοίρα της
έχει ξεχάσει πως κάποτε ήταν όμορφη κι αυτή,
η μητέρα που έχει δώσει τα πάντα για ένα τίποτα.

                                     *
Στιγμή

Θα σταματούσα το ρολόι αυτήν την στιγμή
θα έκανα κοράλλια το χαμόγελό σου
να φτιάξω ένα περιδέραιο, ένα βραχιόλι
με το άρωμα του αλατιού και των μυδιών,
ενώ καμαρώνω την θάλασσα και την ανάσα της.

Και με νοιάζει να το ξέρεις μόνο εσύ,
μπλεγμένος στα μάτια σου σαν ψάρια
σε ένα πλοίο ιστιοφόρο των ονείρων σου,
ώστε να γίνω ο νους σου ο κωπηλάτης,
η καρδιά σου της περιπέτειας και της χαράς.

Manuel Muñoz Hidalgo (Μανουέλ Μουνιόθ Ιδάλγο)

Συνομιλία με τη θάλασσα






BARBARA  JURKOWSKA


Η Barbara Jurkowska (Μπαρμπάρα Γιουρκόφσκα). Είναι Πολωνή ποιήτρια. Γεννήθηκε στο Γκρούντουσκ της Πολωνίας, ένα από τα παλαιότερα χωριά της Μαζοβίας. Έχει εκπαιδευτεί ως φωτογράφος, παιδαγωγός και επιστήμων ηθικής. Έχει εργαστεί στην εκπαίδευση και στην Εθνική Ακαδημία Επιστημών της Πολωνίας. Είναι  συντάκτρια του περιοδικού "POEZIA dzisiaj",   "Η ΠΟΙΗΣΗ σήμερα." . Παρατίθενται δύο ποιήματά της σε μετάφραση  Paweł Krupka (Πάβεου Κρούπκα).

Συνομιλία με τη θάλασσα

Θα πω στη θάλασσα την ιστορία μου-
οι σκέψεις μου ανοίγουν προς το σύμπαν...

Θα της πω για τη χαρά
που σαν το κεχριμπάρι
στην καθημερινότητα κόλλησε.

Θα της πω για τη λύπη
των δακρύων
και τη θλίψη που δε φεύγει
με τον άνεμο του χρόνου.

Ενώ η θάλασσα
με τους σελιδοδείκτες των κυμάτων
σημειώνει τις ιστορίες
και ο φλοίσβος διηγείται
τον εαυτό της.     (σελ. 17)

                      *

Συλλογισμός

Το άσπρο του λευκού είναι καθαρό...


Το χιόνι θα καλύψει τα πάντα-
μα δεν θ' αλλάξει τα χρώματα.
Το χαμόγελο θα καλύψει την λύπη-
μα δεν θα διώξει τον πόνο.
Η μέρα μες στις σκέψεις
μπερδεμένη-
καλύτερη δεν θα γίνει.
Ο ήλιος δεν θα κάψει την
οργή.
Η ομορφιά του λευκού
θα σκουριάσει
και θα γίνει λάσπη.         (σελ. 18)

Barbara Jurkowska   (Μπαρμπάρα  Γιουρκόφσκα)

.............................................................................................................
Από την Ανθολογία,  
Mosty:  Warszawa - Ateny           -       Γέφυρες:  Αθήνα - Βαρσοβία          Poeci  polscy - Poeci  greccy     -    Έλληνες ποιητές  -  Πολωνοί ποιητές

Εκδόσεις Wydawnictwo Ksiazkowe IBIS,  Warszawa  2016. 

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Η καλλιτέχνιδα των εκατό προσώπων








PAWEł KRUPKA

 Małgorzata Budzyńska

Η καλλιτέχνιδα των εκατό προσώπων


Γράφει ο  Paweł Krupka (Πάβεου Κρούπκα)

Ζούμε σε μια εποχή όλο και πιο στενής εξειδίκευσης σε όλους τούς κλάδους και τομείς της ζωής: στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στον αθλητισμό, επίσης και στα γράμματα και στις τέχνες. Επομένως μας ξαφνιάζει όλο και περισσότερον όταν ένας πνευματικός άνθρωπος ξεχωρίζει σε πολλές και διάφορες λογοτεχνικές ή καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Στην προηγούμενη δεκαετία η νέα συγγραφεύς από την Βαρσοβία Małgorzata Budzyńska (Μαουγκοζάτα Μπουτζίνσκα) έγινε πολύ δημοφιλής. Η σειρά μυθιστορημάτων με πρωταγωνίστρια την Ala Makota (Άλα Μακότα), μαθήτρια λυκείου, κέρδισε μεγάλη επιτυχία ανάμεσα στο νεανικό κοινό της Πολωνίας. Χιλιάδες κορίτσια περίμεναν ανυπόμονα νέες εκδόσεις να μάθουν όλο και πιο γοητευτικές περιπέτειες της αγαπημένης πρωταγωνίστριάς τους. Αν και τα βιβλία της σειράς δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, η φήμη της Πολωνίδας συγγραφέως έφτασε μέχρι την Ελλάδα.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η κατάσταση της αγοράς του βιβλίου άλλαξε, οι πωλήσεις έπεσαν σημαντικά κι η συγγραφεύς, οι οποία δεν έχει περιοριστεί στο μυθιστόρημα μα είχε ασχοληθεί από πάντα με σύντομες λογοτεχνικές μορφές, μερικές φορές κοντινές στην σημερινή ποίηση, αποφάσισε να στραφεί προς τις εικαστικές τέχνες. Άρχισε να γυρίζει ντοκιμαντέρ και καλλιτεχνικές ταινίες μικρού μήκους. Έγινε η ακούραστη ρεπόρτερ της Ένωσης Πολωνών Λογοτεχνών και εκατοντάδες εγγραφές από τα φεστιβάλ ποιήσεως και διάφορες λογοτεχνικές εκδηλώσεις παραγωγής της Μπουτζίνσκα βρίσκονται σήμερα στο ιντερνέτ. Ταυτόχρονα η Μαουγκοζάτα η οποία από νεαρή ηλικία είχε πάθος για την ζωγραφική αφιερώθηκε στην αφίσα και στις γραφικές τέχνες. Και σχεδόν αμέσως απέκτησε επιτυχία. Τα έργα της αφιερωμένα στα πυρηνικά ατυχήματα του Τσερνόμπιλ και της Φουκουσίμας έχουν βραβευθεί στις διεθνές εκθέσεις στην Ρωσία, στην Ιαπωνία και στην Κορέα.


Για την καλλιτέχνιδα έχει αρχίσει μια περίοδος έντονης διεθνούς συνεργασίας. Στα πρόσφατα χρόνια έκανε μακρόχρονα ταξίδια στην Κίνα και στις ΗΠΑ και ανάπτυξε σχέσεις με τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά κυκλώματα των άλλων ηπείρων. Τα έργα της έχουν εκτεθεί στην Ινδία και σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Η καλλιτέχνιδα εφαρμόζει στην παραγωγή τις πιο προχωρημένες ψηφιακές τεχνολογίες με χρήση των οποίων μεταμορφώνει τα φυσιολογικά στοιχεία αποκτημένα μέσω φωτογραφίας ή ζωγραφικής. Κι όμως δεν έχει πέσει στην παγίδα της τεχνολογίας όπως πολλοί συνάδελφοι ούτε παραμένει αιχμάλωτη του ψηφιακού κόσμου. Βάση των έργων της μένει πάντα η φυσιολογική ανθρώπινη φαντασία η οποία πηγάζει στις αισθησιακές και πνευματικές εντυπώσεις. Η Μπουτζίνσκα έχει την σπάνια ικανότητα να πιάσει την ανθρώπινη εμπειρία της στιγμής και να την μετατρέψει σε ελεύθερη και αυθόρμητη καλλιτεχνική έκφραση. Αυτό είναι ίσως το μυστικό της παγκόσμιας επιτυχίας της. Η καλλιτέχνιδα είναι, δηλαδή, σε θέση να επικοινωνεί με ανοιχτόν τρόπον ο οποίος δεν φορτίζεται με κώδικες τοπικών παραδόσεων και άλλων πνευματικών περιορισμών.

Η Μαουγκοζάτα Μπουτζίνσκα είναι σίγουρα μια καλλιτέχνιδα της εποχής μας η οποία εμπνέεται φανερά από τον σημερινό κόσμο της παγκοσμιοποιήσεως, δεν έχει χάσει όμως την φυσιολογική ευαισθησία την οποία ο ψευδοπολιτισμός της ίδιας παγκοσμιοποιήσεως καταστρέφει στον άνθρωπο. Έχει μείνει πιστή στις παντοτινές αξίες της ανθρωπότητος, την λατρεία της φύσεως, της οικογένειας και της ηθικής. Αυτές οι αξίες της προσφέρουν την ικανότητα να δημιουργεί έργα που αρέσουν, γοητεύουν και πείθουν το κοινό κάθε ηλικίας και κάθε ιθαγενείας. Ανεξάρτητα αν πρόκειται για γράμματα ή εικαστικές τέχνες.                                                                                                                                
   Paweł Krupka (Πάβεου Κρούπκα)                                                                 
...........................................................................................................................................................
Εικαστικά έργα της Μαουγκοζάτας Μπουτζίνσκα:

1. Δέντρο του αλφαβήτου
2. Αποχαιρετισμός της ζωής
3. Στον λευκό τοίχο

Το άπειρο








GIACOMO LEOPARDI

Ο Giacomo Leoparndi (Τζιάκομο Λεοπάρντι 1798 - 1837), ήταν Ιταλός ρομαντικός ποιητής και φιλόσοφος, ένας από τους μεγάλους Ιταλούς ποιητές του 19ου αιώνα. Tα δύο ποιήματα "Το άπειρο" και "Στη σελήνη", που παρατίθενται πιο κάτω, βρίσκονται σε περίοπτη θέση και είναι από τα πιο διάσημα. 
Θεωρείται από πολλούς ότι είναι ο μεγαλύτερος Ιταλός ποιητής μετά το Δάντη και ο καλύτερος λυρικός μαζί με τον Πετράρχη, της χώρας του.
Το άπειρο
Πάντα αγαπούσα τον έρημο λόφο
Κι αυτόν τον φράχτη, που σχεδόν κρύβει
Τον μακρινό ορίζοντα απ’ το βλέμμα.
Μα όπως κάθομαι και κοιτάζω
Τις υπεράνθρωπες σιωπές και τη βαθιά ησυχία
Βυθίζομαι στις σκέψεις, κι ο φόβος
Αγγίζει την καρδιά μου. Κι όταν ακούω
Τον άνεμο να μαίνεται στα δέντρα
Εκείνη φέρνω την ατέλειωτη σιωπή
Δίπλα σε τούτη τη φωνή, κι έρχεται το άπειρο
Στο νου μου, κι οι εποχές που φεύγουν
Και η τωρινή που ζει, κι ο ήχος της. Έτσι
Στην απεραντοσύνη αυτή πνίγεται η σκέψη μου
Και ναυαγώ γλυκά σε τέτοια θάλασσα.

Στη Σελήνη
Στη σελήνη Τώρα που έκλεισε έναν κύκλο ο χρόνος
Θυμάμαι, ερχόμουν με τόση αγωνία
Εδώ στον λόφο και σε κοιτούσα
Σελήνη μου, γεμάτη χάρη.
Κι εσύ, εκκρεμής πάνω απ’ το δάσος
Το φώτιζες ολόκληρο, όπως τώρα. Τότε όμως
Το πρόσωπό σου ήταν θολό κι αβέβαιο
Από τα δάκρυα που έρχονταν στα βλέφαρά μου
Γιατί ήταν βάσανο η ζωή μου, κι είναι ακόμα,
Δεν αλλάζει, σελήνη αγαπημένη.
Κι όμως, μ’ ευχαριστεί
Ν’ αναπολώ την εποχή της δυστυχίας μου.
Είναι γλυκό, όταν είσαι νέος
Και η πορεία της μνήμης είναι σύντομη
Ενώ η ελπίδα έχει μεγάλο δρόμο
Να θυμάσαι τα περασμένα
Κι ας ήταν λύπες, κι ας κρατάει ο πόνος.

Giacomo Leopardi     (Τζιάκομο Λεοπάρντι)

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Δεν θα 'θελα...


  ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΦΝΕΡ
Μουσικός - Ποιήτρια


Δύο ποιήματα της Καθηγήτριας Μουσικής Κατερίνας Δέφνερ-Καφή.

Δεν θα 'θελα...

Δεν θα ΄θελα σε φάκελλο, γράμμα, άγγελέ μου,  να σου
                                                                             [κλείσω.
Στο πιάνο μου μόνο για σένα, θε να παίξω ένα κομμάτι,
που με τις νότες του σ' ένα καθάριο ουρανό θα χτίσω
τραγουδιστά, της αρμονίας μας το θεϊκό παλάτι.

Δεν θέλω γράμματα μονάχα, άγγελέ μου, να σου στέλ-
                                                                                [νω,
μα πιότερο η σκέψη μου σαν ουρανός να σ' αγκαλιάσει
και η γαλάζια θαλπωρή του, έμπνευσή μου για να ψέλ-
                                                                                 [νω
την έναστρη αγάπη μου που άγγελοι έχουν πλάσει.

                                      *
Το Πουλί της Χαράς
(Σε Μουσική)

Πουλί που φέρνεις τη χαρά,
στάσου λιγάκι να σε πιάσω!
Μα, όταν θα σε πλησιάσω,
πάλι θ' ανοίξεις τα φτερά.

Της μοίρας μου είναι γραφτό,
όταν το χέρι μου απλώνω,
να φεύγεις, δίνοντάς μου πόνο.
Μα, πάντα γώ σε κυνηγώ.

Μη φεύγεις της χαράς πουλί,
έλα κοντά μου μόνο λίγο,
να ζήσω της χαράς τον τρύγο
με τα φτερά σου σ' άλλη γη.

Κατερίνα Δέφνερ-Καφή  

.................................................................................................................................................
Από την ποιητική Συλλογή της Κατερίνας Δέφνερ - Καφή "ΜΥΡΑ ΥΑΚΙΝΘΟΥ", σελ. 14, 13  αντίστοιχα, Εκδόσεις ΠΙΤΣΙΛΟΣ, Αθήνα 2017.