Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3β. Αγγλική Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3β. Αγγλική Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Ο δ υ σ σ έ α ς





ALFRED TENNYSON
(1809-1892)


Ο ALFRED TENNYSON   (Άλφρεντ Τεννυσον), είναι Άγγλος ποιητής. [...]Σπούδασε στο Κολέγιο Τρίνιτυ του Καίμπριτζ κι από παιδί άρχισε να γράφει στίχους... δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο "Ποιήματα" (1827). [...]Στα 1830 εξέδοσε μια δεύτερη ποιητική συλογή με τον ίδιο τίτλο, επηρεασμένη στο σύνολό της από τους Μπάϋρον, Μουρ και Σκώτ και στα 1833 την τρίτη του ποιητική συλλογή με το μόνιμο πια τίτλο "Ποιήματα" [...]  
Στα 1842 εμφανίζεται με δύο ποιητικές συλλογές μαζί, με τον ίδιο πάντα τίτλο, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από την αγγλική κριτική. Σ΄αυτά τα βιβλία του περιλαμβάνεται και το πασίγνωστο ποίημά του "Οδυσσέας"[...] Πέραν των ανωτέρω έγραψε και άλλες ποιητικές συλλογές, καθώς και "ιστορικά δράματα πατριωτικά και θρησκευτικά άτυχα θεατρικά έργα, απ΄τα οποία καλύτερο θεωρείται ο "Αρόλδος και που όμως δεν παύει να είναι ένα κακό αντίγραφο του "Άμλετ" του Σαίξπηρ.   

Στην εποχή τους τα ποιήματα του Τέννυσον αγαπήθηκαν εξαιρετικά, και γι' αυτά ο συγγραφέας τους ανακυρίχτηκε "Δαφνοστεφής ποιητής" της Αγγλίας και ονομάστηκε Λόρδος, που για πρώτη φορά γινόταν σε Άγγλο ποιητή. Πέθανε σε βαθιά γερατιά στα 1892.[...] 
Ωστόσο η δικαιότερη κρίση για τον Τέννυσον θα ήταν, πως το έργο του συγκρινόμενο μ' εκείνο του Σέλλεϋ και του Κήτς, είναι σαν κήπος πλάϊ σε φυσικά τοπία.[...]   

Οι dromoi logotexnias, παραθέτουν αποσπάσματα από το ποίημα  με τίτλο: 

                  Οδυσσέας.

Τι αξίζει αν στην ατάραχη γωνιά μου
Σαν οκνός βασιλιάς στέκω στο πλάγι
Γριάς συντρόφισσας, και σωστά μοιράζω 
Το δίκιο στους ανθρώπους,
Που τρώνε θησαυρίζουν και κοιμούνται,
Και δε με νοιώθουν! Δεν μπορώ να πάψω
Να γυροφέρνω πάντα σε ταξίδια..
Θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Εχάρηκα πολλά, πολλά έχω πάθει
Μονάχος μου ή με όσους μ΄ αγαπούσαν
Ποτέ σε ξένη γη, ποτέ στα μάκρη
Σκοτεινού πολυκύμαντου πελάγου.
Τ΄ όνομά μου εδιαλάλησεν η Φήμη
Κ΄η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο
Παντα γρικάει, κι ας έμαθα, κι ας είδα
Σε άλλες χώρες πως ζουν, πώς κυβερνάνε.
Κι εγώ στερνός δεν είμαι, αφού με σέβας
Με δέχτηκαν παντού κ΄έχω γνωρίσει 
Της μάχης το μεθύσι, πολεμώντας 
Με τους όμοιους μου μόνο, μες στους κάμπους
Τους βοερούς κι ανεμόδαρτους της Τροίας.
Κ' είμαι εγώ καθετί που μούχει τύχει,
Κι ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω τώρα μοιάζει 
Με αψιδωτή στοά, που ανάμεσό της
φαίνεται κόσμος άγνωστος, μα πάντα
Σαν σιμώσω τα σύννεφα ξεφεύγουν...
Είναι άγνωμος ο πόθος που γυρεύει
Να βρη τέλος κι ανάπαψη, σαν όπλο
Που δεν αστράφτει πλια κι απορριγμένο
Σκουριάζει. Όχι, δε ζη όποιος αναπνέει
Μονάχα. Δεν αξίζει στριμωγμένοι
οι άνθρωποι νάναι, ο ένας κοντά στον άλλο.
Κι΄αν τώρα ζωή λίγη μου απομένει, 
Μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις 
Απ΄την αιώνια τη σιγή ν΄ αρπάξης
Πολλά πράγματα νέα θα δης, θα μάθης!

................................................................

Ω, ναύτες, που με ανδρεία ψυχή μαζί μου
Στις έγνοιες, στους αγώνες και στους κόπους
Δεχτήκατε με χαμογιέλιο πάντα,
Μ΄ ελεύθερη καρδιά και περηφάνεια, 
Κι΄αν έλαμπαν τα ουράνια ή κι αν βροντούσαν
Είμαστε γέροι, αλλά δεν απολείπουν
 Από τα γερατειά το χρέος κι΄η δόξα.
Όλα τα κόβει ο θάνατος. Μα τώρα, 
Πριν φτάσει, εμείς να κάνουμε μπορούμε
Έργο τρανό κι αντάξιο των ανθρώπων
Που ακόμη και στους θεούς αντισταθήκαν.

...............................................................

Σπρώχτε, σύντροφοι, το πλοίο
Στ΄ανοιχτά, και καθήστε στην αράδα
Σαν άξιοι λαμνοκόποι. Εμπρός τραβάτε
Σχίζοντας ρυθμικά το βοερό κύμα, 
Αφού η καρδιά μου απόφασιν επήρε
Στη μακρινή χώρα να πάω ν΄ αράξω 
Πέρα απ΄τη δύση που βυθίζουν τ΄άστρα.
Κι αν δε μας πνίξει η τρικυμιά, θα πάμε
στα Μακάρια νησιά τον Αχιλλέα
Τον μεγαλόψυχο να ξαναδούμε, 
Αρκετά κατορθώσαμε, μα πάντα
Πολλά μένουν ακόμα για να γίνουν,
Κι αν δυνατοί δεν είμαστε σαν πρώτα
Στα παλιά χρόνια, που δικά μας ήταν
Γη κι ουρανός, είμαστε ακόμη κάτι
Γιατί καρδιές ανδρείες δε θ΄αλλάξουν
Κι αν ο Καιρός κ΄η Μοίρα τις κουράσουν,
Μα στο έργο σταθερή και στον αγώνα
Βαθειά τους ζωντανή θέληση μένει
που δύναμη καμιά δεν τη δαμάζει.      

Alfred Tennyson   -  (Άλφρεντ Τεννυσον)

........................................................................................................
α. Τα αποσπάσματα (πεζό και ποίημα) είναι από τη "Νέα Παγκόσμια ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ", τόμ. Γ΄, σελ. 1053-1054, της ΡΙΤΑΣ ΜΠΟΥΜΗ - Ν. ΠΑΠΑ    

β. Στην ανωτέρω Ποιητική Ανθολογία τα κείμενα είναι με το πολυτονικό σύστημα γραφής.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Ελεγείο

Percy Bysshe Shelley by Alfred Clint.jpg






PERCY  BYSSHE   SHELLEY
(Πέρσεϋ Μπάις Σέλλεϋ)





Ελεγείο


Φουρτουνιασμένος άνεμος που σκούζει και φωνάζει
Λύπη πολύ λυπητερή για να γενεί τραγούδι
Άνεμος άγριος που άθυμα πνίγει και συννεφιάζει
Από καμπάνες νεκρικές όλη τη μακριά νύχτα
Μπόρα πολύ λυπητερή που τα κλωνάρια σπάζει,
Βαθειές και μυστικές σπηλιές, ρέματα και λιθάρια
Κλαίνε και δέρνονται όλα τους για τ' άδικα του κόσμου. (1822)

                                         *
Ελεγείο

Αγριεμένε αέρα που θρηνείς,

πόνε πολύ λυπητερέ για να σε τραγουδήσω,
αγέρα που λυσσομανάς όταν το σύννεφο
το σκοτεινό μουγγρίζει ολονυχτίς,

Μπόρα λυπητερή που μάταια κλαις,
δάση γυμνά με τ' ανεμόδαρτα κλαδιά σας,
βαθειές σπηλιές και μαύρε ωκεανέ,
για τ' άδικο που γίνεται στον κόσμο να θρηνείτε.

Percy Bysshe Shelley     (Πέρσεϋ Μπάις Σέλλεϋ)

................................................................................................................

(Από τη Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία, τόμ. Γ΄, σελ. 1031, 1034, Ρίτας Μπούμη - Ν. Παπά. Εκδόσεις Διόσκουροι - Αθήνα, αχρονολόγητο).

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Κόρη των Αθηνών












CEORGE GORDON BYRON
(Τζώρτς Γκόρντον Μπάυρον)




Ο σφοδρός έρωτας του λόρδου Βύρωνα για τη 13χρονη Ελληνίδα από του Ψυρρή. Το ποίημά του που την πέρασε στην αθανασία... 

Στο κέντρο της Αθήνας, στη σημερινή περιοχή του Ψυρρή, στην οδό Αγιάς (σημερινή Αγίας Θέκλας), βρισκόταν το αρχοντικό της οικογένειας Μακρή.

Ο πατέρας της οικογένειας, Προκόπης Μακρής, ήταν ο πρόξενος της Αγγλίας στην Αθήνα και ζούσε στο αρχοντικό του με τις γυναίκες της ζωής του. Τη σύζυγο του Θεοδώρα και τις τρεις κόρες του. Όταν πέθανε ο άντρας της, η Θεοδώρα, για να τα βγάλει πέρα οικονομικά και να μεγαλώσει τις τρεις κόρες της, άρχισε να νοικιάζει κάποια δωμάτια του σπιτιού σε ξένους, που επισκέπτονταν την Αθήνα. Το αρχοντικό αποτελούνταν από δύο κτίσματα κι έτσι χωρούσαν άνετα εκείνη, τα κορίτσια και οι τουρίστες....


1
Το σπίτι της κόρης των ΑΘηνών. Σκίτσο Ν. Βέλμου
Το σπίτι της κόρης των Αθηνών
(σκίτσο του Ν. Βέλμου

Ο λόρδος Βύρων στο αρχοντικό

Τα Χριστούγεννα του 1809, ο λόρδος Βύρων βρέθηκε στην Αθήνα, όπου έμεινε για δέκα εβδομάδες.
Έμεινε σε ένα από τα δωμάτια της οικίας Μακρή καθώς, λόγω της ιδιότητας του πατέρα τους, οι γυναίκες της οικογένειας μιλούσαν αγγλικά, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για την εποχή και έτσι μπορούσαν άνετα να συνεννοηθούν με τον νέο «ενοικιαστή» τους. 

Κατά την παραμονή του στην οικία Μακρή, ο λόρδος Βύρων ήρθε σε επαφή με τη δεκατριάχρονη, τότε, κόρη της οικογένειας, Τερέζα. Η Τερέζα ήταν μια πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα. Η παρουσία της μάγεψε τον λόρδο ο οποίος την ερωτεύτηκε. Λέγεται πως όταν την είδε, είπε στον φίλο του, Ρόμπερτ, που ήταν μαζί του, «κοίτα Ρόμπερτ, μια από τις Καρυάτιδες ζωντάνεψε». ... 


2

Ελαιογραφία της κόρης των Αθηνών

Ελαιογραφία της κόρης των Αθηνών

Ο έρωτάς τους ήταν πλατωνικός, αλλά ενέπνευσε τον Βύρωνα. Για χάρη της Τερέζας έγραψε το ποίημα «κόρη των Αθηνών», που κάθε στροφή του τελειώνει με τη φράση «ζωή μου σ’ αγαπώ». Παρά την ποιητική ερωτική εξομολόγηση του Βύρωνα, ο έρωτας έμεινε ανεκπλήρωτος.

                                                        3

291930-H kori twn Athinwn



Το αρχοντικό, όμως, μετονομάστηκε σε «σπίτι της κόρης των Αθηνών». Η Τερέζα, μετά την αναχώρηση του Βύρωνα, συνέχισε τη ζωή της. Λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε, τον τότε Άγγλο πρόξενο των Αθηνών. Η οικία, που είχε πλέον το όνομα που της έδωσε ο Βύρων, μετά την ελληνική επανάσταση εγκαταλείφθηκε και στη δεκαετία του 1970 γκρεμίστηκε. Έμεινε, όμως, το ποίημα του λόρδου, να θυμίζει τον έρωτά του για την «Κόρη των Αθηνών»....

Κόρη των Αθηνών

Κόρη γλυκιά των Αθηνών, σε τούτη δω του αποχωρισμού την ώρα, δώσε, ώ! 
δώσε πίσω την καρδιά μου, π’ αποχωρίστηκε από το στήθος το δικό μου ή πάρε ό,τι απόμεινε 
και κράτησέ το. 
Πριχού να φύγω άκουσε τον όρκο τον δικό μου:
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ! 

Μα τα μαλλιά τ΄ατίθασα , τα γλυκανεμισμένα ‘πο τον αγέρα του Αιγαίου,
Μα τα βλέφαρά σου που με τα κατάμαυρα ματόκλαδα αγγίζουν τα τρυφερά τα μάγουλα τα ροδοβαμμένα. 
Μα τα ελαφίσια τ’ ‘αγριωπά τα μάτια σου,
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ! 

Μα τα χείλη σου, που λαχταρώ με πόθο, Μα τη λιγνή τη μέση σου, που ‘ναι σα δαχτυλίδι. 
Μα τα λουλούδια που μιλούν κάλλιο από κάθε λέξη. 
Μα της αγάπης τη χαρά, που γίνεται μαζί και λύπη :
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ! 

Κόρη γλυκιά των Αθηνών, Σ΄ αφήνω γεια και φεύγω, μα μη με ξεχνάς 
Σαν είσαι μοναχή να με συλλογάσαι. 
Τι κι αν πηγαίνω μακριά κι αν φεύγω για την Πόλη μου ΄χει η Αθήνα την καρδιά και την ψυχή
σκλαβώσει. 
Αγάπη τέτοια σώνεται; 
-Ζωή μου, σ’ αγαπώ!... 

George Gordon Byron   (Τζώρτς Γκόρντον Μπάυρον)
........................................................................................................
(Αναδημοσίευση από www.mixanitouxronou.gr)

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Σήμερα έκλεισα τα 36 μου χρόνια






GEORGE GORDON BYRON
(Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον 1788-1824)

Άγγλος ποιητής. Γεννήθηκε στο Λονδίνο από πλούσια οικογένεια ευγενών στα 1788 και άρχισε να γράφει από πολύ μικρός.[...} Ποιητής εμπνευσμένος, μεγαλοφυής και φαντασιώδης, ορμητικός και ασυγκράτητος επαναστάτης.[...] Ο Μπάυρον ήρθε στην Ελλάδα με την απόφαση να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων, και να πεθάνει για την ανεξαρτησία τους στο πεδίο της μάχης. Ένας αντάξιος θάνατος τον ηλέκτριζε. Μα η Μοίρα, που τόσες φορές την προκάλεσε και την περιφρόνησε, σκληρή, του αρνήθηκε αυτό το τέλος. Και ο ποιητής προτού λάβει μέρος σε μάχη, πέθανε στο Μεσολόγγι από ένα κοινό πυρετό περιστοιχισμένος από τα θρυλικά παλληκάρια του 21. Μεταφέρθηκε νεκρός στην πατρίδα του, με μόνη δόξα, τους θρήνους και την παντοτινή αγάπη των Ελλήνων. Από τότε ο ποιητής Τζώρτζ Γκόρντον Μπάυρον έγινε για τους Έλληνες ο "Βύρων" κι αυτό το όνομα αγαπήθηκε και διαδόθηκε στην Ελλάδα όσο κανένα άλλο ξένο. Ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Βαλαωρίτης κι όλοι σχεδόν οι Έλληνες ποιητές, τον ύμνησαν με ποιήματα, και στη λαϊκή συνείδηση και φαντασία αποτέλεσε και αποτελεί θρύλο αναπόσπαστο με την Ελληνική επανάσταση.[...]

[...] Όμως το φαινόμενο "βυρωνισμός", φαινόμενο ρώμης και ευφορίας, επέδρασε γόνιμα έξω από την Αγγλία και σε ποιητές κορυφαίους όπως τον Γκαίτε, τον Χάινε, τον Πούσκιν, τον Λέρμοντωφ, τον Μόντι κ.α., γιατί αποτελούσε κατά ένα τρόπο την έκφραση της εποχής, μιας εποχής, κατά την οποία οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι ένοιωθαν την ανάγκη να λύσουν κάθε δεσμό με τις πολιτικές, ηθικές και κοινωνικές δυνάμεις, που είδη η Γαλλική Επανάσταση είχε προσβάλει και υπονομεύσει.

Γι' αυτά όλα, μπορεί να ειπωθεί πως το αριστούργημα του Μπάυρον είναι η ζωή του και ο θάνατός του στη Ελλάδα. 

Σήμερα έκλεισα τα 36 μου χρόνια

Είναι καιρός αυτή η καρδιά ατάραχη να μείνη 
αφού τις άλλες έπαψε καρδιές να συγκινή.
Κι ως τόσο, αν κι ανήμπορος ν' αγαπηθώ σαν πρώτα,
ν' αγαπήσω κι άλλο λαχταρώ.

Οι μέρες που μ' απόμειναν σαν κίτρινο είναι φύλλο
φύγανε πια του έρωτα τ' άνθια και οι καρποί.
Ο σκώληκας και το χτικιό και το κρυφό μαράζι
τούτα μου μείναν σύντροφοι πιστοί...

Μα δεν πρέπει με τέτοιο τρόπο και σ' αυτό το χώμα
παρόμοιες σκέψεις να μου ταράζουν την ψυχή, 
τώρα που η δόξα το μνήμα ηρώων στολίζει
και στεφανώνει ηρώων κεφαλές.

Το σπαθί το λάβαρο, να το πεδίο μάχης!
Τη δόξα και την Ελλάδα τριγύρω μου κοίτα!
Ο Σπαρτιάτης στην ασπίδα του πάνω φερμένος
δεν είχε πιο μεγάλη λευτεριά!

Ξύπνα! (δε λέω τώρα ξύπνα στην Ελλάδα, τι έχει 
ξυπνήσει από καιρό!) 

Ξύπνα! εσύ ψυχή μου! Σκέψου μέσ' από ποιους 
το αίμα της ζωής σου  προς την αρχέγονη λίμνη κυλάει
και δώσε ένα τέλος γοργό!

Πνίξε τα πάθη που ξυπνούνε πάλι στην ψυχή σου,
ανάξιε της αντρικής ζωής! Για σένα 
της ομορφιάς χαμόγελα και θυμωμένο βλέμμα
αδιάφορα από σένα πρέπει νάναι.

Σαν κλαις τα χαμένα σου νιάτα τότε τι ζης;
Του τιμημένου θάνατου η χώρα να την!
Σήκω κι όδεψε στου πολέμου τους κάμπους
και δοσ' τη στερνή σου πνοή!

Ζήτησε εκείνο που λίγοι ζητούν και πολλοί το βρίσκουν,
ένα τάφο στρατιώτη, καλύτερος τούτος θάναι για σε,
και κοίτα γύρω, διάλεξε το δικό σου τον τάφο
και γύρε στερνή γαλήνη να βρείς. 

                                                Μεσολόγγι 22 Ιαν. 1824

  George Gordon Byron    (Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον)
......................................................................................................
(Ποίημα από τη «Νέα Παγκόσμια ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ», τόμ. Γ΄
σελ. 1025-1027. Εκδ. "Διόσκουροι"-Αθήνα   «Ρίτας Μπλούμη-Ν. Παπά»)
 

Σονέτο στον Μπάιρον












JOHN  KEATS  

(Τζων Κητς)

Πόσο γλυκά λυπητερή η μελωδία σου, Μπάιρον
Σε τρυφεράδα εκούρδιζεν ήσυχα την ψυχή μας.
Σα δύναμη ασυνήθιστην ο γλυκός οίκτος να ’χε
Και το παραπονιάρικο λαγούτο να ’χε γγίξει,
Και συ από πλάι σα ν’ άρπαξες τους ήχους που δε σβύνουν,
Λιγότερον ευχάριστο κάτ’ απ’ τον ίσκιο η θλίψη
Δεν κάνει εσέ, που ντύνονται και τα παράπονά σου
Με μιαν αουρόρα φωτεινή που ’χει μεγάλη λάμψη,
Και σε σκεπάζει σύγνεφο τ’ ολόχρυσο φεγγάρι
Και τα πλευρά του βάφονται με λάμψη π’ αντιφέγγει
Μες από ρόμπα σκοτεινή ξεβγαίνουν συχνά αχτίδες
Κεχριμπαριές που φτερουγάν σαν φλέβες του μαρμάρου.
Πέθανες κύκνε ..ησύχασε! και λέγε μας ακόμα
Τη γητεμένη διήγηση την παραπονεμένη.  

John Keats   (Τζων Κητς)
..........................................................................................................................................
(Ποίημα από τη «Νέα Παγκόσμια ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ», τόμ. Γ΄
σελ. 1044-1045. «Ρίτας Μπλούμη-Ν. Παπά»)

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Χορικά από το "Βράχο" Χ





THOMAS STEARNS ELIOT
( Τόμας Στηρνς Έλιοτ)





[…] Ω Αόρατον Φως, Σ’ εγκωμιάζουμε!
Πολύ λαμπερό για όραση θνητών.
Ω Μέγιστον Φως, Σ’εγκωμιάζουμε για τα ελλάχιστα
Το ανατολικό φως που χαϊδεύει τα καμπαναριά μας το πρωϊ,
Το φως που το απόγευμα έρπει πάνω στις δυτικές πόρτες μας,
Το φως του σούρουπου πάνω από τις κοιμισμένες λίμνες, στο πέταγμα
της νυχτερίδας,
Το φως της σελήνης και των άστρων, της κουκουβάγιας και το φως του
σκόρου.
Τη φωτεινή λάμψη της πυγολαμπίδας πάνω σε μια λεπίδα χλόης.
Ω Αόρατο Φως. Σε δοξολογούμε!
Σ’ ευχαριστούμε για τα φώτα που έχουμε αναμμένα,
Το φως του βωμού και του ιερού.
Τα φωτάκια εκείνων που διαλογίζονται κατά τη νύχτα
Και τα φώτα περνάνε απ’ τα χρωματιστά τζάμια των παραθύρων
Και το φως που αντανακλάται από τη γυαλισμένη πέτρα,
Το επιχρυσωμένο σκαλιστό ξύλο, τη χρωματιστή τοιχογραφία.
Το βλέμμα μας είναι βυθισμένο, τα μάτια μας κοιτάζουν προς τα πάνω
Και βλέπομε το φως που κατακερματίζεται μέσα σ’ ανήσυχα νερά.
Ω Φως Αόρατο, Σε δοξάζουμε! […]

Thomas Stearns Eliot    ( Τόμας Στηρνς Έλιοτ)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ, (μετάφραση Αλκή Τσελέντη) απόσπασμα – Χορικά από το» Βράχο»,
σελ. 180-181, Εκδόσεις «Δωδώνη»