Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Η φιλοσοφική ποίηση του Σωκράτη Μελισσαράτου









Γράφει η ΧΡΥΣΟΥΛΑ  ΣΠΥΡΕΛΗ
(Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)

Η φιλοσοφική ποίηση του Σωκράτη Μελισσαράτου 
Δυο λόγια σε τρίτο ενικό


Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΙΑΧΗ είναι η θαυμαστή τριλογία του Σωκράτη Μελισσαράτου που καλύπτει 540 σελίδες ποίησης σε τρία αυτοτελή έργα. Στο πρώτο, ΣΤΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ ΤΗ ΡΟΗ (εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, σελίδες 360), αφιερωμένο «στα παιδιά του και στους γονείς του», ο αναγνώστης ευφραίνεται την πολυπρόσωπη χορεία των ποιητικών φωνών που ομιλούν για τον Άνθρωπο και το Σύμπαν, για του Κόσμου «το Γίγνεσθαι» και του Κόσμου «το Παρέρχεσθαι». Τα ποιητικά υποκείμενα του Μελισσαράτου αναλαμβάνουν επί σκηνής επώνυμους ρόλους και δημιουργείται μια απίθανη πολυφωνία που διατρέχει τους αιώνες προκαλώντας ιερό ρίγος. Προσωκρατικοί, Ορφικοί, Πυθαγόρειοι, Σοφιστές, Πρόσωπα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, Προφήτες και Βυζαντινοί Υμνωδοί, Έλληνες και Ρωμαίοι, Αρχαίοι και νεώτεροι Ευρωπαίοι φιλόσοφοι, άπαντες στη ροή του χωροχρόνου!

«Κι αυτός του Χαλασμού ο ρυθμός 
πόσο μονότονος είναι… 
μονότονος και δυνατός…
και διαρκεί
λες κι έγινε αιώνιος
Σκοτάδι έξω και χαμός» (51).

Το δεύτερο βιβλίο ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ (Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων "Χάρη Τζο Πάτση", σελίδες 80 ), είναι ένα αξιοθαύμαστο ποιητικό φιλοσόφημα γύρω από τον Κύκλο της Ζωής και του Θανάτου, της Ύπαρξης και της Ανυπαρξίας. Εξαιρετικά δραστικός ο προβληματισμός του ποιητή: Ζούμε δεν ξέρουμε. Πεθαίνουμε μαθαίνουμε… / και Ανέσπεροι είμαστε/ στης Φύσης το Σώμα (22).

Στη ΦΩΤΑΥΓΕΙΑ (Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων "Χάρη Τζο Πάτση", σελίδες 100), ολοκληρώνεται η Κοσμική Ιαχή καθώς ο στοχασμός και η φιλοσοφική αντίληψη του ποιητή οδηγεί βαθμιαία τον αναγνώστη στην αυτοσυνειδησία. Είναι ένας υπέροχος οραματισμός του αιώνιου ανθρώπου, του νυν και αεί απαράλλακτου όντος, όπως απαράλλακτο παραμένει το Φως και το Σκότος, η Φύση και η Άβυσσος, ο Ωκεανός και ο Αγέρας, η Ζωή και ο Φόβος του Θανάτου. Αυτές είναι μερικές από τις θεματικές του τραγικού μονολόγου που αναπτύσσει ο Αφηγητής, Ο «Εγώ», το ποιητικό δηλαδή υποκείμενο που ερωτεύεται την απολλώνια φωταύγεια και επιθυμεί να υμνήσει την Απόλυτη Ενότητα των Πάντων.

Με την αγωνία του πνευματικού ανθρώπου που πάσχει νυχθημερόν για την αφύπνιση των εφησυχασμένων, κινείται ο Σωκράτης Μελισσαράτος και σε επόμενη ποιητική του σύνθεση με τίτλο Ο ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΣ (εκδόσεις Λεξίτυπον, σελίδες 60). Προβάλλει το παρόν και το μέλλον ανατιναγμένα από τα πυρά της παγκόσμιας Βίας και την απαξίωση των Δυνατών του κόσμου για τον Αδύναμο άνθρωπο, αφού αρκεί η διαπίστωση ότι «Όλα τα Τέρατα την Ίδια Μούρη έχουν» (22)! Καταγγελτική και τραγική συνάμα η Φωνή του ποιητή!

«Βόμβες, εκρήξεις, φωτιά… αίμα, αίμα, παντού αίμα! 
Ακου… άκου πως βογκάει το αίμα στους δρόμους […]
Δυνάστες Ανάλγητοι!» (19).

Άφησα για να διαβάσω αργότερα το βιβλίο ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΚΟΣΜΟΥ (εκδόσεις Λεξίτυπον, σελίδες 170). Στάθηκα όμως επίμονα στα ποιητικά ένθετα του συγγραφέα που υπογράφει με τα αρχικά του (Σ.Μ), όπου συνάντησα «αναρτημένη» την κραυγαλέα Αλήθεια που αγνοεί διαρκώς ο άνθρωπος στη μέθη του καλπασμού του:

«Στη μεγάλη έκρηξη είμαστε όλοι εκεί
όπως θα είμαστε εκεί… και στο τέλος μας
κι αυτό θα γίνεται σε κάθε κύκλο
Ζωής, Θανάτου και Ανάστασης του Κόσμου» […] (105).

(μετά την πρώτη φευγαλέα ανάγνωση των βιβλίων που έλαβα ταχυδρομικώς στις 26-10-2016)

Συγχαρητήρια κύριε Μελισσαράτο! 
Μετά τιμής 
Χρυσούλα Σπυρέλη   Αγρίνιο 28/10/2016

Χρυσούλα Σπυρέλη

.........................................................................................................................................................
Αναδημοσίευση από το περιοδικό "ΤΑ ΑΙΤΩΛΙΚΑ" τεύχ. 28, σελ. 390, Ιανουάριος - Ιούνιος 2017

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Ο Υπάνθρωπος






ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΕΡ. ΜΕΛΙΣΣΑΡΑΤΟΣ

Οι dromoi logotexnias, 
παραθέτουν ένα απόσπασμα από την Ποιητική Σύνθεση του ποιητή και στοχαστή Σωκράτη Μελισσαράτου "Ο Υπάνθρωπος", σελ. 16-18, Εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2014.
Ο πίνακας, που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου είναι έργο του ποιητή.


"Ο Υπάνθρωπος"  (Απόσπασμα)

     [...]  Απίθανε Δυνάστη..! Σε γνωρίζω..
Σε βλέπω να ’ρχεσαι σκυφτός, κουρασμένος,
φορτωμένος το σακκίδιο της ζωής σου
αίμα γεμάτο, ψυχές νεκρές
μ’ ανεκπλήρωτα όνειρα
από άφατους δικούς σου Στόχους!
Αλήθεια τι στόχευες;
Διερωτήθηκες αν ήταν αέρας, σύννεφο, σκοτάδι,
βροχή, αχτίδα ήλιου ή το χάος.!
Εσύ έπεσες.! Ματωμένος φαίνεσαι..λυπάμαι..
Το Βέλος σε βρήκε κι ήταν το δικό σου Βέλος!

Ω..! Απίθανε Μακελάρη..
ψάχνεις τον Παράδεισο.!
Σήκω, ορθώσου, προχώρα,
αριστερά σου Παράδεισος,
δεξιά σου πάλι Παράδεισος!
Μπροστά σου άλλος Παράδεισος!
Πρόσεχε..
πίσω σου κι άλλος Παράδεισος προβάλλει!  
Τι.. με ρωτάς σε ποιον να μπεις;
Τι να σου πω..
Σε όποιον θέλεις, δεν έχουν όρια ανάμεσά τους!
Ρώτα την ψυχή σου ποιον στόχευε..
Διάλεξε εσύ..
Γνώριζε όμως ότι όλοι μαζί κάνουν
μια κόλαση άπειρη..!

Μακάβριε Μακελάρη, της Ζωής και του Πνεύματος..!

Κοιτάζω ψηλά..
Ουρανοί ησυχάζουν, άλλοι πυρακτώνονται, σβήνουν
κι άλλοι γκρεμίζονται σε αβύσσους!
Τα ύψη τρομερά, αδυσώπητα, ασύλληπτα!
Ζαλίζομαι.. παίρνω το βλέμμα..

Κάτω απ’ τα πόδια μου άστρο προβάλλει φωτεινό!
Γύρω του περιστρέφεται Πλανήτης πανέμορφος,
αργόσυρτος,  πλέει, καθρεπτίζεται, σ’ έναν ωκεανό
άστρων, χρωμάτων και ήχων!
Κάτι μου θυμίζει..ναι.!
     Κόσμος γνώριμος.. γνώριμη Γη!

Εκεί κάτω…
κάτω απ’ το Δέντρο το Ουρανόδεντρο,
    βλέπω ένα παιδί να παίζει με χώμα κόκκινο
στα χέρια!
Με τριαντάφυλλα να χτίζει σπίτια
για.. Αγγέλους!
Άγγελος το προσέχει και το πιάνει απ’ το χέρι,
μα αυτό του δείχνει τη Σκιά,
που από μέσα της βγαίνει μια Γη ματωμένη! 
 
Εγώ, ο ΄΄Αιώνας΄΄,
βλέπω πολιτείες βουβές, πολύβουες, σκοτεινές,
φωτισμένες!
Άλλες μελαγχολικές, αμίλητες, κατεστραμμένες..
Καπνίζουν ακόμη τα συντρίμμια τους!
Ένας καπνός μαύρος, φορτωμένος ψυχές που τις
ταξιδεύει αέναα..
Άλλες χαίρονται, άλλες πενθούν,
κι άλλες καίγονται.. 
 
Αχ..! Κυβερνώντες, πώς αντέχετε τη λάβα σας..!

Κόσμος τρέχει, μοχθεί, ιδρώνει..
Αγωνία και πόνος στα πρόσωπά τους!
Πέρα στον ορίζοντα η γενέτειρά μου η Ελλάδα
προβάλλει! 

Άνθρωποι ανήσυχοι, σκυφτοί, θλιμμένοι..
ψαλμωδίες, θρήνοι, καμπάνες,
ήχος λυπητερός!
Στη μέση της καρδιάς της η Σκάλα η Αθέατη,
που ανεβαίνουν οι ψυχές αγκομαχώντας
στα ουράνια..!   [...]

Σωκράτης Μελισσαράτος

.................................................................................................................................................
Απόσπασμα από την Ποιητική Σύνθεση του ποιητή Σωκράτη Μελισσαράτου "Ο  Υπάνθρωπος", σελ. 16-18, Εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2014.
Ο πίνακας, που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου είναι έργο του ποιητή.

Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

Θούριος












ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ


Ώς πότε παλικάρια να ζούμεν στα στενά,
Mονάχοι σα λιοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλαίς να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
Nα φεύγωμ' απ' τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι' όλους τους συγγενείς.
Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι' αν σταθής,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθής.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι' αν σοι πη,
Kι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι' ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γγίκας, και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν' να ιδής.
Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
Σκοτώθηκαν κι' Aγάδες, με άδικον σπαθί.
Kι' αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,
Zωήν, και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
Nα κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
Nα βάλλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Oι νόμοι νάν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
Kαι της πατρίδος ένας, να γένη Aρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
Nα ζούμε σα θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανόν,
Aς πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Εδώ σηκώνονται οι Πατριώται ορθοί, και υψώνοντες τας χείρας προς τον Oυρανόν, κάμνουν τον όρκον .

Όρκος κατά της Tυραννίας, και της αναρχίας.

Ω Bασιλεύ του Kόσμου, ορκίζομαι σε σε,
Στην γνώμην των τυράννων, να μην ελθώ ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
Eις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον Kόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
Για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
Aχώριστος για νάμαι, υπό τον Στρατηγόν.
Κι' αν παραβώ τον όρκον, να στράψ' ο Oυρανός,
Kαι να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.
Tέλος του Όρκου.
Σ' Aνατολή και Δύσι, και Nότον και Bοριά,
Για την Πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ' ένας, ελεύθερος να ζη,
Στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι' Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Aράπιδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή.
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
Πως είμασθ' αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ' απ' την τυραννίαν, πήγαν στη ξενητιά,
Στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθη τώρα πια.
Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
H Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλαις ανοιχταίς,
Tους δίδει βιο, και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ώς πότ' Oφφικιάλος, σε ξένους Bασιλείς.
Έλα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την Πατρίδα, κανένας να χαθή,
Ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιο εχθροί,
Aδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
Eκείνοι και δικοί μας, αν είναι ας χαθούν.
Σουλλιώταις, και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά,
Ώς πότε σταις σπηλαίς σας, κοιμάσθε σφαλιστά.
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
Kι' Αγράφων τα ξευτέρια, γεννήτε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσατε για μια,
Kαι αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Xριστιανοί,
Mε τ' άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανή.
Tο αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
Mικροί μεγάλ' ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
O βάρβαρος ώς πότε, θε να σας τυραννή.
Μη καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
Xωθήτε στο μπογάζι, μ' εμάς κ' εσείς μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των Nησιών,
Σαν αστραπή χυθήτε, κτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης, και της Νίδρας, θαλασσινά πουλιά,
Kαιρός είν' της Πατρίδος, να κούστε την λαλιά.
Κι' όσ' είστε στην Aρμάδα, σαν άξια παιδιά,
Oι Nόμοι σάς προστάζουν, να βάλλετε φωτιά.
Μ' εμάς κ' εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορμί,
Kατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει σας πονεί,
Zητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.
Τι στέκεις, Παζβαντζίουγλου, τόσον εκστατικός;
Tεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Tους μπούφους, και κοράκους, καθόλου μη ψηφάς,
Mε τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Σηλίστρα, και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κυλί,
Μπενδέρι, και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματά σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν,
Γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν 'μπορούν.
Γγιουρτζή πλια μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
Tον Mπρούσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς,
Πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Mε τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
Στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιργιού ασλάνια, για πρώτη σας δουλιά,
Δικόν σας ένα Mπέι, κάμετε Bασιλιά.
Xαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ' ας μη φανή,
Για να ψοφήσ' ο λύκος, οπού σας τυραννεί.
Με μια καρδιάν όλοι, μία γνώμην, μία ψυχή,
Kτυπάτε του τυράννου, την ρίζαν να χαθή.
Ν' ανάψωμεν μία φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
Nα τρέξ' από την Μπόσνα, και ώς την Αραπιά.
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον Σταυρόν,
Kαι σαν αστροπελέκια, κτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
Kαρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγώ κι' αυτός.
Τρακόσιοι γκιρτζιαλίδες, τον έκαμαν να διή,
Πως δεν 'μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε μην είσθε, ενάντιοι κ' εχθροί.
Πώς οι Προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ' ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν για μια,
T' άρματα και να βγούμεν, απ' την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
Kαι Χριστιανούς, και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς, και του πελάγου, να λάμψη ο Σταυρός,
Kαι στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
O Kόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή,
K' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την Γη.
Πέρας μεν ώδε,
H δε αυ πράξις τέρας.

Ρήγας Φεραίος 

.......................................................................................................................................
(Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, από τα επαναστατικά τραγούδια).

Ρωμιοσύνη
















ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ
Ποιητής

                                             IV

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου
      που πεινάει,
μέσα στ' ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρου-
      θούνια και στ' αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό - για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικά
      στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια -
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού
      και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να
      ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη
      σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα
      του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας - αίμα τους - πώς
      μύριζε το χώμα -
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ' αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ' το χώμα
κ' οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί - περμένουνε την ώρα, δεν
      κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας - δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Γιάννης Ρίτσος 

.................................................................................................................................................
 Ρωμιωσύνη, (απόσπασμα).

Εκείνο που δε γίνεται











Nα 'χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ' το παρά-
θυρο έξω ! Nα τσακίσω εκείνο που δε γίνεται ! Kο-
ρίτσι που από το γυμνό σου στήθος σαν από σχεδία
κάποτε μ' έσωσε ο Θεός

Kαι ψηλά πάνω απ' τα τείχη με την ημισέληνο με πήγε
μην κι από δική μου
Aκριτομύθια φανερωθείς και οι Tύχες σε βάλουν
στο σημάδι Όπως κι έγινε Γιατί τέτοια θέλει κι
αγαπά η ζωή που εμείς αλλού πιστεύουμε πως είναι

Kι από τ' άλλο μέρος της αγάπης από τ' άλλο μέ-
ρος του θανάτου υπνοβατούμε ώσπου αβάσταχτα
περισφιγμένο κείνο που μας έγινε σάρκα της σαρ-
κός σαν το φώσφορο μέσα μας πάρει φωτιά και ανά-
ψει και ξυπνήσουμε

Ίσια ναι πάει ο χρόνος αλλ' ο έρωτας κάθετα
και ή κόβονται στα δύο ή που δεν απαντήθηκαν ποτέ
Aλλ' αυτό που μένει σαν

Άμμος από δυνατόν αέρα στα δωμάτια και η αράχνη
κι έξω στο κατώφλι

O λύκος με το στρογγυλό το μάτι που ολολύζει πιθα-
νά φαίνονται όλα και προ πάντων τα βουνά της Kρή-
της που μικρός τα 'χα στο χιόνι και τα ξαναβρήκα δρο-
σερά μα τι σημαίνει

Που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής πάλι ο
ήλιος γέρνει κι είναι ολόγυρά σου

Σιγαλιά γεμάτη ακτές καταστραμμένες όπου ακόμη
κατεβαίνουνε τα σύννεφα να φάνε χόρτο λίγο πριν
για πάντα σκοτεινιάσει

Σα να πήραν τέλος οι άνθρωποι και να μην έχει μείνει
άλλο τίποτα καίριο να ειπωθεί.

Οδυσσέας Ελύτης

...........................................................................................................................................
(Από τη συλλογή "Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, Εκδόσεις Ίκαρος  1971)

Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Υποδηματοποιείον " Το Στέρεον "









ΓΙΑΝΝΗΣ  Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ
(1940 - 1994)
Ποιητής - Στιχουργός - Ερμηνευτής

       Ο Γιάννης Γ. Ιωάννου, γεννήθηκε στο Νεοχώρι Μεσολογγίου το 1940 και "έφυγε" 2  Ιανουαρίου 1994, προδομένος από την καρδιά του. Φύση προικισμένη γεμάτη Λογοτεχνικές-Ποιητικές και Καλλιτεχνικές ανυσυχίες. Κατά το διάβα της ζωής του ασχολήθηκε για μεγάλο διάστημα με το ελαφρολαϊκό τραγούδι ως ερμηνευτής με μεγάλη επιτυχία, καθώς επίσης  και με τη μεγάλη του αγάπη  την ποίηση, γράφοντας ακατάπαυστα ποιητική Σάτιρα, που θα ζήλευαν ακόμη και οι καλύτεροι σατιρικοί ποιητές, εάν το έργο του είχε δημοσιευθεί! 
      Πολλά ποιήματά του βρίσκονται σε χέρια φίλων του και γίνεται μια προσπάθεια από τον γράφοντα να συγκεντρωθούν, να ταξινομηθούν και να εκδοθούν, ώστε ο σεμνός αυτός  άνθρωπος  να καταλάβει τη θέση , που του αξίζει στον Πνευματικό Κόσμο του Λόγου και της Τέχνης! Αυτή είναι μια μικρή κατάθεση Μνήμης του γράφοντος, στον Εκλεκτό και Εξαίρετο Λογοτέχνη, Καλλιτέχνη και Πνευματικό άνθρωπο Γιάννη Ιωάννου! 
      Η θεματολογία της ποίησης του Γιάννη Ιωάννου σχετίζεται ως επί το πλείστον με πρόσωπα και καταστάσεις της γενέτειράς του, που τον εντυπωσίαζαν.    
Μικρό δείγμα της γραφής του είναι το ποίημα, που παρατίθεται.

Υποδηματοποιείον " Το Στέρεον "
(Αφιερωμένο  στο Γιάννη Ν. Ευαγγελινό)

Απόψε, Γιάννη φίλε μου, μέσα στου νου τη βόλτα 
χτύπησα δίχως ρώτημα και τη δική σου πόρτα.
Την πόρτα εκείνη την παλιά που 'γραφε και θυμάμαι
"παραγγελιά τα στέρεα να μην παραπατάμε".
Τη βρήκα όμως σφαλιστή και πια ξεθωριασμένη
μ΄αράχνες για τους νιότερους και σ' άλλους ξεχασμένη.
Τώρα βιτρίνες de la mode πούχουν ρεκλάμας στόχο,
κι όσο από πατούμενα θα πόδενες και λόχο.
Εδώ κινάει το ρώτημα "τι σ' έκανε ν΄αλλάξεις 
και το παλιό τσαγκάρικο με κρύσταλλα να φράξεις"

Αν πεις πως τ' αποφάσισες να ψάξεις για καριέρα,
απάντηση θα σου΄δινα, νιος είσαι και καρτέρα,
αφού πριν χρόνια πέρασες στης σύνταξης τα "πόστα",
με τον καλό μου μάστορα τον Παπαπέτρο Κώστα.
Αλλά σαν πεις βαρέθηκες να βλέπεις το μπουσέτο,
τσαγκαροσούφλι, βάρδουλα, τσιρίσι, καμινέτο,
θα πω πως είσαι άδικος με τον παλιό σου πάγκο
πούχες δεθεί από παιδί με κερωμένο σπάγκο.
Έπειτα κείνα που ΄λεγες και τα ΄χα φυλαγμένα
"παπούτσια από τον τόπο σου και ναν΄καλοραμένα"
ξεχνιώνται τόσο εύκολα και τα πετάς σαν φόλες,
που ΄βαζες όταν τρύπαγαν των παπουτσιών οι σόλες;

Τέλος και με το δίκιο μου για τούτα δω που γράφω.
Τσαγγάρι φίλο είχα γω κι όχι δακτυλογράφο!  

Γιάννης Γεωργ. Ιωάννου

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

Η Γραικιά









Александр Пушкин 

(Αλεξάντρ Πούσκιν)




Πιστή Γραικιά, μην το θρηνείς, καλή μου,
σαν παληκάρι έπεσε λαμπρό
το βόλι του εχθρού κατάστηθα τον βρήκε...
Να σε παρηγορήσω πώς μπορώ;

Μην κλαις, πιστή Γραικιά, το ματωμένο δρόμο
εσύ τον έδειξες, το δρόμο της τιμής
σαν αποχαιρετούσε εσένα και το γιο σας
και σας κοιτούσαμε άφωνοι όλοι εμείς.

Θυμάσαι, τότε ολόρθη, ευτυχισμένη
του 'δειχνες ένα όραμα μπροστά:
Τη Λευτεριά, που ολόισια περπατάει
κι ολόμαυρο ένα φλάμπουρο βαστά.

Σωστός Αριστογείτων, το σπαθί του
με σμύρτα το στολίζει και εξορμά
τυρανοκτόνος πέφτει στον αγώνα
τη Γη και την πατρίδα του τιμά.

Александр Пушкин         (Αλεξάντρ Πούσκιν)
.........................................................................................................................................................
 (Από την "Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία" Τόμ. ΣΤ΄, ΡΙΤΑΣ ΜΠΟΥΜΗ-Ν. ΠΑΠΑ, σελ. 2486
  Εκδόσεις Διοσκουροι).

Η Δίκη







ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΕΡ. ΜΕΛΙΣΣΑΡΑΤΟΣ
(Ποιητής)


Ο Σωκράτης Μελισσαράτος είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και εικαστικός. Πίνακές του κοσμούν ιδιωτικές συλλογές.
Είναι τακτικό μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ», της ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ (Ε.Ε.Λ) και της ΑΙΤΩΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (ΑΙ.ΠΟ.Ε) Ποίησή του έχει καταχωρηθεί στη «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Κέντρου Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, σε Ανθολογίες Ελληνικές και Ξένες, καθώς και σε Λογοτεχνικά Περιοδικά. Η Ποιητική Σύνθεση "Της Φύσης ο Λόγος", που απέσπασε το Α΄ ΒΡΑΒΕIΟ Ποίησης 2011 της ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, μεταφράστηκε στα Πολωνικά με τίτλο «Cłos Natury», «Η Φωνή της Φύσης», Εκδόσεις Wydawnictwo Ksiazkowe Ibis, 2016 Βαρσοβία, ειδικά από την Επιτροπή για τη XVI Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης UNESCO 2016 στην Πολωνία, της οποίας επίσημος προσκεκλημένος ήταν ο ποιητής.
                                                         ***
Οι dromoi logotexnias φιλοξενούν ένα ποίημα του εκλεκτού ποιητή και στοχαστή Σωκράτη Μελισσαράτου με τίτλο.. 

Η  Δ ί κ η 

Με ύφος σοβαρό εισέρχονται στην αίθουσα
Και κάθονται στην έδρα του Δικαστηρίου
Ο πρόεδρος ο εισαγγελεύς η γραμματεύς
Κι οι άλλοι δικαστές
Η αίθουσα του ακροατηρίου άδεια
Η Σιωπή όρθια
Περιμένει νεύμα να καθίσει
Δε βλέπω κατηγορούμενους..ούτε μάρτυρες
Ούτε ακροατήριο.. δε χρειάζονται!
Σήμερα δικάζει το Σύστημα
Τις Άλλες Φωνές.. τις Άλλες Ιδέες

Του Αιώνα μας
Των Αιώνων που πέρασαν
Των Αιώνων που έρχονται

 Σωκράτης μελισσαράτος
 ..............................................................................................................................................................................................
  (Το ποίημα φιλοξενείται στο έγκριτο και αξιολογότερο Πολωνικό Περιοδικό Ποίησης, "POEZIA dzisiaj, σελ. 15,  Εκδόσεις Wydawnictwo Ksiazkowe IBIS, Τεύχος 116, Warszawa 2016).
 

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Στο τέλος στην αρχή






 Benedykt  Kozieł    
(Μπένεντικτ Κόζεου)

Benedykt  Kozieł Είναι Πολωνός συγγραφέας-ποιητής και μέλος της ένωσης Πολωνών Λογοτεχνών. Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές "Πέρασα τα κατώφλια των βλεμμάτων" (1986), "Στη λαβίδα του διαστήματος" (1992), "Εσύ έλεγες τα αέναα λόγια" (1986), "Αυτό που υπάρχει" (1986), "Στη Νιεκούζα και αλλού" (1986), "Με τύλιξε η αγάπη" (1986), και "Με τη λέξη στο νερό"  (2010). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Βουλγαρικά, Γιακουτικά, Λευκορωσικά και Ρουμανικά.

Στο τέλος στην αρχή

Πέρασε
ένα έτος ένας αιώνας μια χιλιετία

ο χρόνος πυροβόλησε
με μαστίγιο
με πυρινικό μετέωρο  
με βόμβα πολιτισμού

τραβιέται ο αέρας
ακτινοβολεί η ιστορία
πάλλει η ελπίδα

προσέχουμε
ότι ο τόπος είναι μοναδικός

εδώ
φυτρώνει συνέχεια
το δένδρο της αγάπης

 Benedykt  Kozieł    (Μπένεντικτ Κόζεου)

.......................................................................................................................................................

Από την Ελληνο-πολωνική Ανθολογία  Ποίησης,   Mosty:        Warszawa - Ateny          
                         //                                                      Γέφυρες:    Αθήνα - Βαρσοβία
Antologia  Poeci  polscy  *  Poeci greccy   Το ποίημα βρίσκεται στη σελίδα 42.

Ελπίδα








Marlena Zynger   (Μαρλένα Ζίγκερ)

Είναι Πολωνή ποιήτρια"Το Marlena Zynger (Μαρλένα Ζίγκερ) είναι λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Εύας Μπαρτκόβιακ, το γένος Μαρτσέφσκα. Γεννήθηκε στο Μιλανούβεκ στα δυτικά προάστια της Βαρσοβίας. Έχει σπουδάσει οικονομία. Είναι μέλος της Ένωσης Πολωνών Λογοτεχνών, της Σλαβικής Ακαδημίας Γραμμάτων, του Κινήματος Movimiento Poetas del Mundo και αντιπρόεδρος της Εταιρίας Προώθησης Πολωνών Δημιουργών. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: ''Όλοι θαρρούν να μιλούν",  "Χρόνος γυναικείου άσματος",  "Άγγισμα"  και δύο ματ
Είναι δημιουργός του πολιτιστικού περιοδικού ΛυριΔραμ, το οποίο διευθύνει".

Οι dromoi logotexnias, φιλοξενούν δύο ποιήματα της Πολωνέζας ποιήτριας

                                      1.
                               Ε  λ π ί δ α

Μ ο ν α χ ι κ έ ς   σ κ έ ψ ε ι ς  τ ω ν  π ο ι η τ ώ ν
πεταγμένες πίσω πολλαπλασιάζονται

τ α   ά λ ο γ α   τ ω ν   δ ι α σ ο θ έ ν τ ω ν
ωσάν κάποτε οι πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας

εάν πέσουν σε κατάλληλο χώμα
θ α   δ η μ ι ο υ ρ γ ή σ ο υ ν   ανθρώπους

                                       2.
                           Αυτός ο ελλιπής

με τη μερική γνώση

που καταδικάζει τελικά
κάθε απόφασή του σε ήττα

κι οι συνέπειες της επιλογής
θα είναι πάντα λίγες

δεν επαρκεί ο τρωικός πόλεμος
αυτοκτονίες και απελπισίες

διότι πώς να χωριστεί ένα σύνολο

Marlena  Zynger     (Μαρλένα Ζίγκερ)

................................................................................................................
Από την Ελληνο-Πολωνική Ανθολογία  Ποίησης,   

         Mosty:                                                                      Γέφυρες:           
Warszawa - Ateny                              *                     Αθήνα - Βαρσοβία
Antologia                                                                                 Ανθολογία
Poeci  polscy  *  Poeci greccy  *  Έλληνες ποιητές  *  Πολωνοί ποιητές

(Τα ποιήματα βρίσκονται στη σελίδα 65).